I Care a Lot: Ένα one woman show σε μια ταινία που η πλοκή της θα σε ικανοποιήσει αφού πρώτα σε εκνευρίσει

Όταν είχαν ανακοινωθεί οι υποψηφιότητες για τις Χρυσές Σφαίρες που απονεμήθηκαν το ξημέρωμα της Δευτέρας, υπήρχε μια υποψηφιότητα που δεν πόνταραν πολλοί ότι θα μπορούσε να φτάσει στην κατάκτηση.

Το I Care A Lot δεν είναι με τίποτα ταινία με κωμικά στοιχεία ή μιούζικαλ. Οι ανάγκες και οι πολυετείς παραξενιές των Χρυσών Σφαιρών όμως την τοποθέτησαν σε αυτή την κατηγορία και πιο συγκεκριμένα για το Ά Γυναικείο, με τη Ρόζαμουντ Πάικ, την ηθοποιό που προσέξαμε περισσότερο από ποτέ το 2014 με το Gone Girl, να παίρνει τη Σφαίρα.

Είναι αρκετά πιθανό, αν δεν είχε υπάρξει το σοκ στη βιομηχανία του κινηματογράφου το πρώτο εξάμηνο του 2020 και μετά στις αρχές της δεύτερης έξαρσης της πανδημίας, το I Care a Lot να μην υπήρχε καθόλου στις υποψηφιότητες. Δεν είναι ταινία που θα σου αφήσει κάποιο σημάδι για την καλλιτεχνική της προσέγγιση ή για τις ερμηνείες που ανατέμνουν το σινεμά.

Παρόλα αυτά διαθέτει κάτι απροσδιόριστο και απερίγραπτο με λέξεις που σε ωθεί να την δεις, σου δημιουργεί ένα εύλογο πάθος με την εξέλιξη της και λίγο πριν το πραγματικό φινάλε σε φτάνει στα όρια του εκνευρισμού, εφόσον είσαι ο τύπος που αναζητά σε τέτοιες ιστορίες κάποιου είδους θεία δίκη ή λύτρωση ή έστω μετάνοια.

Η Πάικ υποδύεται στο I Care A Lot τη Μάρλα Γκρέισον, μια αδίστακτη και πανούργα γυναίκα που έχει στήσει την εξής επιχείρηση: σκανάρει ανθρώπους συγκεκριμένης ηλικίας και κατάστασης ζωής, κινεί τα νήματα για να δικαστούν ερήμην σε υπόθεση προστασίας υπέρ τους και γίνεται ο νομικός τους δικαιούχος.

Στις ΗΠΑ έχουν το λεγόμενο guardianship, σύμφωνα με το οποίο αν κάποιος κριθεί ανίκανος από το δικαστήριο να διαχειριστεί τη ζωή του, τον αναλαμβάνει κάποιος. Συνήθως είναι ένας συγγενής. Είναι αυτή η νομοθεσία που ταλανίζει 20 χρόνια τώρα τη Μπρίτνεϊ Σπίαρς και έχουμε φτάσει σήμερα στο #FreeBritney.

Η Μάρλα λοιπόν γίνεται ο guardian ανθρώπων ηλικιωμένων, τους μεταφέρει σε οίκο ευγηρίας με τον οποίο συνεργάζεται και αναλαμβάνει να διαχειριστεί την περιουσία τους. Συνήθως πουλάει το σπίτι τους και παίρνει το μεγαλύτερο μερίδιο, μοιράζοντας το υπόλοιπο στο δίκτυο που έχει για να συντηρεί τις δολοπλοκίες της.

Για κακή της τύχη όμως βάζει στο στόχαστρο μια ηλικιωμένη που είναι μητέρα Ρώσου αρχιμαφιόζου, ο οποίος μάλιστα έχει φροντίσει να θεωρείται από το κράτος νεκρός. Άρα δε μπορεί κανείς να τον κυνηγήσει και να του προσάψει το οτιδήποτε.

Η Μάρλα με τη σύντροφό της Φραν θα δείξουν τρομερή αντοχή απέναντι σε έναν τέτοιο αδίστακτο τύπο, αλλά αυτό δεν θα κρατήσει για πολύ. Τουλάχιστον δεν θα κρατήσει πολύ και συνεχιζόμενα. Θα διακοπεί για λίγο και με τρόπο παραλίγο μοιραίο, αλλά η Μάρλα είναι, όπως λέει και η ίδια, θηρευτής. Κι όσο είναι ζωντανή, δεν θα κάνει κάτι άλλο από το να κυνηγάει.

Έχοντας γλυτώσει το θάνατο, μαζί με τη Φραν στήνουν στο άψε σβήσε ένα σχέδιο εκδίκησης και από κει που δεν το περιμένει κανείς, αποκτούν το πάνω χέρι και έχουν κολλήσει τον αρχιμαφιόζο στον τοίχο. Ώσπου γίνεται αυτό που φάνταζε πιο λογικό, να της προτείνει δηλαδή ο Ρόμαν συνεργασία για να επωφεληθεί από τις τρομερές της ικανότητες.

Όλη η πορεία της ταινίας έχει χτιστεί με τέτοιο τρόπο, ώστε ως θεατής αυτό που έχεις ανάγκη είναι να δεις τη Μάρλα να τιμωρείται σκληρά. Αναρωτιέσαι μέσα σου «γιατί δεν λέω το ίδιο και για τον μαφιόζο;» και συνειδητοποιείς πως τη δική του περίπτωση την έχεις αποδεχτεί ως ένα κομμάτι μιας εξίσωσης ανήθικου και παράνομου.

Αυτό που κάνει η Μάρλα, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, τοποθετείται στην κλίμακα ως χειρότερο από αυτό που κάνει ο μαφιόζος. Και γι΄αυτό η κατάληξη που φαίνεται να έχει η ταινία σε εκνευρίζει. Ταυτόχρονα όμως σκέφτεσαι ότι αποφεύγει κάτι το τετριμμένο κι αυτό είναι ακόμα ένα συν της, πέραν της άψογης ερμηνείας της Πάικ και φυσικά του πρωτότυπου της πλοκής.

Αυτό το ερμαφρόδιτο συναίσθημα έρχεται να ανατραπεί στο τελειωτικό φινάλε, το οποίο επίσης έχει δομηθεί με τρόπο που δεν θα μπορούσες να το προβλέψεις. Υπάρχει μια σκηνή στην αρχή της ταινίας, η οποία γίνεται τόσο γρήγορα και με αφαίρεση του ήχου, με μουσική να καλύπτει τα πάντα και φαντάζει ως ένα καλό σκαλοπάτι και τίποτα περισσότερο. Με υποδόρειο στυλ εξελίσσεται στη διάρκεια της ταινίας για να γίνει στο τέλος game changer και να αποδώσει όσα ζητά ο θεατής ως προς τη Μάρλα.

Πάνω σε αυτό είναι που τελικά πατάει όλη η ταινία και καταφέρνει να σε κρατήσει συναισθηματικά-ψυχολογικά. Το μυαλό αργεί να το αντιληφθεί, αλλά ένα ζιζάνιο στο στομάχι σου λέει πως το I Care A Lot – θα το βρεις στο Netflix – θα αξίζει να του δώσεις προσοχή σε κάθε του σκηνή.