Palm Springs: Η ταινιάρα του 2020 που αν τη δεις θα αναρωτιέσαι πως και δεν μιλούσαν όλοι γι΄αυτή

Τι σου είναι η τέχνη; Τι σου είναι το σινεμά; Τι είναι ο κάβουρας; Τι το ζουμί του; Ασυναρτησίες και φληναφήματα, αλλά και μια πραγματικότητα: το σινεμά είναι το απροσδόκητο, είναι αυτό που το ανακαλύπτεις μόνος σου, όχι παρέα με πολλούς.

Ναι, το σινεμά είναι το Justice League Snyder’s Cut που το συζητούν όλοι, αλλά είναι και μια πλειάδα από ταινίες που οι συγκυρίες τις φέρνουν να καλύπτονται από μια σκιά και να κρύβονται για να βρουν οι λίγοι την υπέροχη ουσία τους.

Το Palm Springs είναι μια ταινία που ως τίτλο λίγοι έχουν ακούσει, λιγότεροι του έδωσαν σημασία και ακόμα λιγότεροι το ανακάλυψαν. Κι ίσως να είναι σχεδόν εγκληματικό από μέρους μου που γράφω γι΄αυτή την ταινία και δεν αρκούμαι απλώς στο να τη συζητήσω με τον φίλο που μου θύμισε να την δω.

Αλλά όπως ο πρωταγωνιστής της, έτσι κι εγώ, θέλω, χωρίς να το αντιλαμβάνομαι, να βρω ανθρώπους να μοιραστώ. Πόσο πολύ μας έχει λείψει το μοίρασμα..; Ναι, τώρα που το βάζω κάτω απ΄αυτή την οπτική, το Palm Springs μπορεί και να είναι μια συμβολική ελεγεία για αυτό που ζήσαμε συλλογικά στην πανδημία και συνεχίζουμε να μοιραζόμαστε για λίγο ακόμα, μέχρι οι πορείες κάποιων χωρών να παρεκκλίνουν από τη χρονική λούπα.

Στην πρώτη ταινία μεγάλου μήκους του, ο Μαξ Μπαρμπάκοφ χαρίζει στο σινεμά κάτι το σπάνιο. Όχι μοναδικό, αλλά σίγουρα πολύ σπάνιο. Θυμίζει η πορεία του το Comet του 2014, μα με πολύ μεγαλύτερη ηχώ.

Στο Palm Springs έχουμε ξανά το βίωμα της ίδιας μέρας ξανά και ξανά. Ο Νάιλς, ο πρωταγωνιστής, οδηγήθηκε κάποτε σε μια σπηλιά και βρέθηκε εγκλωβισμένος, ποιος ξέρει για πόσο καιρό, σε μια χρονική λούπα. Κάθε μέρα ζούσε σαν να μην έχει τίποτα σημασία και αξία και έτσι ήταν, γιατί δεν είχε τίποτα να μοιραστεί και με κανέναν.

Μέχρι που μια μέρα, την ίδια αυτή ημέρα που ζούσε για απειριοστή φορά τον γάμο της Τάλα με τον Έιμπ και είχε μάθει τις κινήσεις όλων απ΄έξω κι ανακατωτά, ο Νάιλς παρασύρει τη Σάρα άθελα του στη σπηλιά και η λούπα ρουφάει και την ίδια. Τώρα πια είναι δύο που ξυπνάνε και κάνουν κάτι διαφορετικό σε μια ημέρα που για όλο τον υπόλοιπο κόσμο παραμένει απαράλλαχτη.

Παρά την αρχική προσπάθεια της Σάρα να βρει μια διέξοδο – λες και ο Νάιλς δεν το προσπάθησε ποτέ..; – εν τέλει καταλήγουν να απολαμβάνουν μια ζωή χωρίς άγχος, μια ζωή χωρίς τίποτα και εκεί αντικρύζουν την αλήθεια που δεν θα ήθελε κανείς άνθρωπος να γνωρίζει.

Ποια είναι αυτή; Όλοι μας θα θέλαμε να είμαστε για πάντα νέοι, να μην πεθάνουμε, να γίνουμε παντοτινοί. Θα μπορούσαμε όμως να αντέξουμε ότι ο κόσμος για τους άλλους προχωράει κι εμείς είμαστε απόντες, εγκλωβισμένοι σε μια φούσκα; Θα αντέχαμε να ξέρουμε πως καμιά μας πράξη δε θα βρει ένα αντίκρυσμα σε μελλοντική στιγμή, άρα ας μείνουμε ακίνητοι για πάντα;

Το Palm Springs ξεκινάει και οδεύει μέχρι το πρώτο μισάωρο με την προοπτική μιας κωμωδίας, ενός ευτράπελου, όπως είναι το να ξέρεις κάθε ημέρα τι ακριβώς θα ζήσεις, εξελίσσεται όμως από κει και μετά σε κάτι δραματικό, σε κάτι σχεδόν στενόχωρο. Συνήθως μέσα από τέτοιες ταινίες έρχονται εκείνα που συνειδητοποιείς για τα μεγάλα της ζωής. Είσαι απροετοίμαστος, με κατεβασμένες άμυνες και ένα κύμα σκάει στα μούτρα σου.

Αυτό είναι το Palm Springs, είτε εξετάζουμε  την καλλιτεχνική του υπόσταση είτε την πιο φιλοσοφική του. Είναι ένα κύμα που σε σπρώχνει έξω από τη λούπα του να αφήνεις τα πράγματα να περνάνε αδιάκοπα και να σπαταλάς τα κύτταρά σου σε αυτά.

Ο Άντι Σάμπεργκ και η Κριστίν Μιλιότι είναι ιδανικοί οπτικά και ερμηνευτικά για αυτό που καλούνται να ενσαρκώσουν και προάγουν τα επιθυμητά συναισθήματα στον θεατή.

Σε συνδυασμό με το ότι το τέλος της ταινίας είναι αμφίσημο, αλλά και με το ότι υπάρχει μια post-credit σκηνή που ανοίγει ένα παράθυρο επανόδου στη λούπα, το Palm Springs είναι μια από εκείνες τις ταινίες που σε 5-10 χρόνια δεν θα τις αναφέρει κανείς, αλλά κάθε φορά και λίγοι θα την ανακαλύπτουν σαν σκονισμένο Nintendo 64 στην αποθήκη!

Η ταινία είναι διαθέσιμη στο Amazon Prime και…ΔΕΣ ΤΗ.