Κερασάκι στην τούρτα: Δες απόψε το αναιδές και σπιντάτο αριστούργημα που μόλις ανέβηκε στο Netflix (Vid)
Βρείτε μας στο

Υπάρχει ένα απόφθευγμα ανάμεσα σε εκείνους που παρακολουθούν σινεμά το οποίο ισχυρίζεται πως ένας δημιουργός, όσο σημαντικός και αν είναι, όσες ταινιάρες και αν έχει γυρίσει, όσο και αν έχει αφήσει το στίγμα του στον κινηματογραφικό χώρο, στην πραγματικότητα έχει ένα, μόνο ένα πραγματικά μεγάλο έργο, μόνο μια είναι η απόλυτη ταινιάρα του. Είναι αμφίβολο φυσικά αν πράγματι ισχύει καθολικά κάτι τέτοιο. Αλλά είναι και δεδομένο πως για κάποιους ισχύει στο έπακρο.

Ένας από αυτούς είναι και ο Κουέντιν Ταραντίνο. Ακόμα και οι πιο φανατικοί και πιστοί του οπαδοί άλλωστε, θα συμφωνήσουν πως η πρώιμη φιλμογραφία του, χονδρικά δηλαδή εκείνη που προηγήθηκε του «Kill Bill», είναι η πιο εμπνευσμένη. Αλλά ακόμα και ανάμεσα σε αυτό το περιορισμένο πεδίο της φιλμογραφίας του υπάρχει μια ξεκάθαρη ιεράρχηση: υπέροχο και το «Reservoir Dogs» και το (πέρα για πέρα υποτιμημένο) «Jackie Brown» αλλά τίποτα δεν συγκρίνεται με την δεύτερη ταινία του.

Ο λόγος φυσικά για εκείνο το αναιδές και σπιντάτο αριστούργημα που ξετρέλανε τις Κάννες το 1994 κερδίζοντας τον Χρυσό Φοίνικα -την ανώτερη δηλαδή τιμή για μια ταινία- και που άκουγε στον κλασικό πλέον τίτλο «Pulp Fiction». Πρόκειται προφανώς για μια ταινία που δημιούργησε μια ολόκληρη σχολή: εκείνα τα χρόνια, στα μέσα των 90s με μέσα των 00s, ένα σωρό δημιουργοί προσπάθησαν να δανειστούν το ύφος και το στυλιζάρισμα της σπονδυλωτής, crime σάτιρας του Ταραντίνο καταφέρνοντας τελικά απλά να αναδείξουν παραπάνω το αναμφισβήτητο αριστούργημα του τελευταίου.

Στο «Pulp Fiction» ο Ταραντίνο κάνει κάτι που άπαξ και ένας σκηνοθέτης το πετύχει, αυτόματα αποκτά και μια δημιουργική υπογραφή που γίνεται αντιληπτή ως δική του χωρίς καν να δεις το όνομά του στα credits: δομεί ένα σύμπαν με δικούς του εσωτερικούς κανόνες που μοιάζει να διακατέχεται από μια πολύ ιδιαίτερη ταυτότητα και ταυτόχρονα, από μια στερεή συνεκτικότητα με αποτέλεσμα να νιώθεις ότι δεν είσαι απλά θεατής μιας ιστορίας -ή στην προκειμένη περίπτωση πολλών ιστοριών- αλλά κάτι παραπάνω: είσαι θεατής ενός ολόκληρου κόσμου.

Το πραγματικά θαυμαστό με το «Pulp Fiction» δεν είναι ούτε οι τρομακτικά γοητευτικοί και εμπνευσμένοι, μακρόσυρτοι διάλογοί του, ούτε η νεονουάρ αλλά τόσο καλογυαλισμένη αισθητική του, ούτε η συναρπαστική μεθοδολογία της αφήγησής του που σπάει το χρονικό και τον χώρο των τεκταίνομενων σε κουτάκια και τα αραδιάζει χαοτικά και μπερδεμένα μέσα στον κινηματογραφικό χρόνο. Φυσικά είναι όλα αυτά μαζί αλλά ταυτόχρονα και κάτι παραπάνω.

Το αληθινά απίστευτο με ετούτη την ταινία είναι πως οι ξεχωριστές ιστορίες που την συναποτελούν διακατέχονται από μια δική τους δυναμική η καθεμία, τόσο έντονη που πανεύκολα η κάθε μια από αυτές, ακόμα και εκείνες που θεωρητικά είναι δευτερεύουσες, θα μπορούσαν να αποτελούν από διαφορετική ταινία η κάθε μια. Κυριολεκτικά, μέσα στο «Pulp Fiction» ο Ταραντίνο στοιβάζει έμπνευση που θα μπορούσε να αντιστοιχεί σε τέσσερις ή πέντε διαφορετικές ταινίες αλλά μεγαλοφυώς, τους «ψαλιδίζει» την έκταση και τις χωράει όλες σε έναν καταιγιστικό ρυθμό 2 ωρών και 34 λεπτών που δεν σε αφήνει να πάρεις ανάσα.

Ανέβηκε στο Netflix πρόσφατα αυτό το αριστούργημα και εννοείται θα το τιμήσουμε σύντομα…

«Ποιος μπορεί να σκέφτηκε, κάτι τόσο άθλιο;»: Η χειρότερη ερώτηση στην ιστορία του «Εκατομμυριούχου» που έκανε έξαλλο το κοινό
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ «Ποιος μπορεί να σκέφτηκε, κάτι τόσο άθλιο;»: Η χειρότερη ερώτηση στην ιστορία του «Εκατομμυριούχου» που έκανε έξαλλο το