Σε μια συνέντευξη που είχε δώσει κάποτε, ο Μάρτιν Σκορτσέζε είχε πει: «Στη γειτονιά που μεγάλωσα, όταν μεγάλωναν τα παιδιά γινόντουσαν είτε παπάδες είτε γκάνγκστερ. Φαντάζομαι πως εγώ έγινα σκηνοθέτης διότι δεν μπορούσα να γίνω τίποτα από τα δυο». Κι όμως, οι 26 ταινίες μυθοπλασίας της φιλμογραφίας του διάσημου σκηνοθέτη διακατέχονται από μια τέτοια θεματολογία που δεν θα μπορούσε παρά να γίνει πέρα για πέρα κατανοητή η παραπάνω δήλωσή του αναφορικά με το κοινωνικό περιβάλλον που καθόρισε το πνεύμα και τις ανησυχίες του.
Και αν οι ανοιχτά θρησκευτικής υφής ταινίες του Σκορτσέζε, αν και χαρακτηριστικές της καριέρας του είναι αισθητά λιγότερες από εκείνες που ασχολούνται με τον κόσμο του (οργανωμένου ή μη) εγκλήματος, με μια δεύτερη, πιο προσεκτική ματιά ακόμα και σε αυτές τις τελευταίες -που αναμφίβολα αποτελούν το σήμα κατατεθέν του- μπορεί να διαπιστώσει κανείς πως οι αξίες και οι προβληματισμοί του καθολικισμού βρίσκονται πάντα στο επίκεντρο των πραγμάτων έτσι όπως τα προσεγγίσει ο Σκορτσέζε: η ένοχη, η κάθαρση, η τιμωρία ως επίπτωση των «αμαρτωλών» πράξεων βρίσκονται πάντα εκεί ως μοτίβα για να καθορίζουν μια ψυχοσύνθεση που τελικά θα μπορούσε να καταλήξει και παπάς εκτός από γκάνγκστερ.
Αυτά οι καλά κρυμμένοι και υπόγειοι, καθολικής υφής προβληματισμοί είναι που πολλές φορές αποτελούν τη βασική κινητήριο δύναμη των πλοκών ορισμένων από τις σημαντικότερες δημιουργίες του Σκορτσέζε. Συμπεριλαμβανομένης και μιας ταινίας που αποτέλεσε ένα πρόσκαιρο αλλά πέρα για πέρα εμπνευσμένο πέρασμά του από το είδος του horror. Με έναν εφιαλτικό Ρόμπερτ Ντε Νίρο στον ρόλο ενός ψυχοπαθούς δολοφόνου (η οριακή του ήττα στην «σύγκρουσή» του με έναν άλλο ψυχοπαθή, τον Χάνιμπαλ Λέκτερ του Άντονι Χόπκινς, για το ποιος θα πάρει το Όσκαρ Β΄ Αντρικού ρόλου στην απονομή του 1991 έχει μείνει κλασική…) ο Σκορτσέζε διασκεύασε ένα κλασικό αμερικάνικο θρίλερ των 60s στις αρχές της δεκαετίας του ’90 και κατάφερε να το ξεπεράσει.
Το «Ακρωτήρι του Φόβου» είναι μια ταινία τρόμου που ανήκει σε εκείνη την κατηγορία του είδους που σε κάνει να τρομάζεις όχι λόγω μιας συνθήκης που θεωρητικά αντιλαμβάνεσαι αλλά εξαιτίας μια δυνητικής ταύτισης που νιώθεις με τους χαρακτήρες. Εντάξει, όλοι δυνητικά μπορούμε να γίνουμε στόχοι ενός ψυχοπαθή δολοφόνου και άρα θεωρητικά να ταυτιστούμε με την αγωνία των πρωταγωνιστών σε μια αντίστοιχη ταινία αλλά μεταξύ μας, δεν πολυπιστεύουμε πως αυτό μπορεί να γίνει. Στο «Ακρωτήρι του Φόβου» στην παρουσία του απειλητικού Ντε Νίρο μοιάζει να προσωποποιείται ένας φόβος πολύ πιο άμεσος σε σχέση με τον προφανή, πολύ πιο «καθημερινός» και ως εκ τούτου πολύ πιο… τρομακτικός.
Ο Σαμ Μπόουντεν (Νικ Νόλτε) είναι ένας δικηγόρος που ζει μια ειδυλλιακή ζωή με την γυναίκα του και την κόρη του. O Μαξ Κέιντι (Ρόμπερτ Ντε Νίρο) είναι ένας κατάδικος για βιασμό που μόλις αποφυλακίστηκε μετά από 14 χρόνια. Τότε, 14 χρόνια πριν, ο Σαμ ήταν δικηγόρος υπεράσπισης του Μαξ για μια υπόθεση βιασμού. Τελικά ο Μαξ κατέληξε στη φυλακή λόγω ενός στοιχείου που απέκρυψε ο ίδιος ο δικηγόρος και θα μπορούσε να τον είχε αθωώσει. Τώρα, ο Μαξ αποφυλακίζεται και έχει ένα μοναδικό στόχο. Να πάρει την εκδίκησή του κάνοντας τον Σαμ να καταλάβει την έννοια της απώλειας…
Η μικρή λεπτομέρεια της πλοκής που φαινομενικά δεν παίζει κανένα ρόλο αλλά στην πραγματικότητα είναι όλη η ουσία, είναι πως ο Σαμ κρύβει ένα τόσο δα, μικρούλι μυστικό από τη γυναίκα του: φλερτάρει καθημερινά με μια συνάδελφό του. Τεχνικά δεν είναι καν απιστία: ποτέ δεν απατά την σύζυγό του. Αυτό το καθημερινό φλερτ μοιάζει ανώδυνο, ανεπαίσθητο, χωρίς ίχνος σημασίας στην κατά τα άλλα τέλεια και καλοτακτοποιημένη ζωή του. Όμως στον κώδικα ηθικής της καθολικής εκδοχής του χριστιανισμού, που στους διαχρονικούς προβληματισμούς του Σκορτσέζε κατέχει περίοπτη θέση, η ενοχή έχει κεντρική σημασία. Μια μικρή και εύκολα συχγωρεμένη αμαρτία μπορεί να παράξει μεγάλες ενοχές.
Μικρές, σχεδόν αδιόρατες αλλά πανταχού παρούσες αμαρτίες βρίσκονται παντού στην καθημερινότητας αυτής της τέλειας, μικροαστικής οικογένειας. Αναπόφευκτο θα έλεγε κανείς. Μα το να το να αγνοούνται, η υποκρισία πως δεν υπάρχουν, η έλλειψη «εξομολόγησής» τους θα λέγαμε αποτελεί αμαρτία καθεαυτή. Και ο Μαξ Κέιντι του Ντε Νίρο, ένα ημίτρελο καθίκι που έχει πείσει τον εαυτό του πως είναι κάτι παραπάνω από ένας κοινός εγκληματίας, που αντιλαμβάνεται εαυτόν ως μια Θεία Δίκη, ως έναν Τιμωρό απειλεί όχι μόνο την σωματική ακεραιότητα της τέλειας οικογένειας αλλά και την ψυχή της. Η φυσική του εξουδετέρωση είναι το άμεσο διακύβευμα, αυτό που θα εξασφαλίσει την τόσο πολύτιμη σωματική ασφάλεια. Μα η απειλή της ψυχής είναι κάτι πολύ πιο βαθύ, πολύ πιο δύσκολα αντιμετωπίσιμο, πιο διαχρονικό.
Ο Σκορτσέζε έχει μελετήσει τα βαθύτερα νοήματα της παράδοσης του κινηματογραφικού τρόμου, τους άγραφους κανόνες του. Γνωρίζει πως για κάθε ψυχοπαθή δολοφόνο της horror παράδοσης του Χόλιγουντ που δεν λέει να εξουδετερωθεί με φυσικούς όρους, που μοιάζει με υπεράνθρωπο πέρα και έξω από κάθε λογική, ίσως να μην υπάρχει αληθοφανής εξήγηση αλλά στο υποσυνείδητο υπάρχει μια εξήγηση ενδόμυχη που «δικαιολογεί» στο συνειδητό το γιατί αυτοί οι τύποι δεν λένε να εξουδετερωθούν. Και ως μάστερ της κινηματογραφικής αφήγησης παίρνει αυτή την ψυχολογική παράδοση και την γιγαντώνει, την αποθεώνει και εν τέλει φτιάχνει ένα horror αριστούργημα.
Το «Ακρωτήρι του Φόβου» θα βρίσκεται στο Netflix για πολύ λίγο ακόμα. Για την ακρίβεια, μέχρι τις 29/12. Σπεύσε…