Υπάρχει άραγε κανείς που να μην γουστάρει τον κινηματογράφο δράσης των 90s; Ίσως και να υπάρχει φυσικά αλλά μια μερίδα θεατών, μάλλον οι millennials, μοιάζει δύσκολο να κατανοήσουμε το γιατί. Πως να το κάνουμε, υπάρχει μια μαγεία στην κινηματογραφική δράση εκείνης της εποχής. Ναι, είναι λίγο αφελής και όχι τόσο πολιτικά ορθή, ίσως να μην αναλύει καταστάσεις με οικονομικές ή κοινωνιολογικές ευαισθησίες, αλλά η αφέλεια στο σινεμά ποτέ δεν έκανε κακό και ειδικά στο συγκεκριμένο είδος. Αντίθετα, έκανε πολλούς να το αγαπήσουν, να ταυτιστούν με τις ηρωικές υπερβάσεις του και να το σημαντικότερο, να παραδοθούν στην οθόνη.
Και είναι ακριβώς αυτό το αίσθημα νοσταλγίας, του να βλέπεις δράση χωρίς υπερβολικούς ενδοιασμούς, ο βασικός λόγος που μόλις μάθαμε πως ένα δίδυμο που έχει ταυτιστεί με τα 90s, οι Μπεν Άφλεκ και Ματ Ντέιμον, έρχονται να συμπρωταγωνιστήσουν σε μια αστυνομική περιπέτεια του Netflix, μπήκαμε σε μουντ να την περιμένουμε πως και πως. Φίλοι δεκαετιών, με κοινή ιστορία στο σινεμά, επανενώνονται στην οθόνη σε ρόλους αστυνομικών που δοκιμάζουν τα όριά τους. Ο λόγος φυσικά για το «The Rip», που έκανε πρεμιέρα πριν λίγες μέρες στη δημοφιλή πλατφόρμα.
Στο «The Rip» πρωταγωνιστεί μια ομάδα αστυνομικών του Μαϊάμι που, κατά τη διάρκεια ενός επιτόπιου ελέγχου σε ένα κρησφύγετο ενός κολομβιανού καρτέλ ναρκωτικών, ανακαλύπτει μια τεράστια ποσότητα μετρητών: εκατομμύρια δολάρια βρίσκονται κρυμμένα πίσω από τους τοίχους. Η αναπάντεχη αυτή εύρεση θέτει σε δοκιμασία την εμπιστοσύνη μεταξύ τους καθώς οι κανονισμοί επιβάλλουν να μείνουν και να μετρήσουν τα χρήματα επί τόπου, ακόμα κι όταν πιέζονται από εξωτερικές δυνάμεις και το ενδεχόμενο επικείμενης βίας. Καθώς οι σχέσεις δυσκολεύουν και οι αποκαλύψεις έρχονται στο φως, κανείς δεν μπορεί πια να αποκλείσει τη διαφθορά ή την προδοσία εντός της ομάδας: οκ, φουλ κλισέ αλλά άντε να αντισταθείς…
Το αποτέλεσμα είναι μια ταινία με πολύ ρυθμό, φουλ της ένταση και γεμάτη αγωνία, μια περιπέτεια βγαλμένη από άλλη εποχή. Η αφήγηση δεν σε αφήνει να χαλαρώσεις: η ανάγκη για εμπιστοσύνη, οι απειλές από έξω και οι αμφιβολίες από μέσα κρατούν την προσοχή αμείωτη μέχρι το τέλος. Οι ανατροπές είναι πειστικές μέσα στο πλαίσιο της ιστορίας και δίνουν νόημα στην ένταση αλλά εν τέλει, αν κάτι κάνει την διαφορά, αυτό είναι η χημεία ανάμεσα σε Άφλεκ και Ντέιμον, δύο ηθοποιούς που φαίνεται να καταλαβαίνουν πλήρως τον ρόλο και τη μεταξύ τους δυναμική.
Βέβαια, μια μικρή ένσταση την έχουμε για το γεγονός ότι σε μια περίοδο πλήρως ταραγμένη στις ΗΠΑ με την αστυνομία και τη δημόσια αντίληψη για τον θεσμό, η ταινία ωραιοποιεί υπερβολικά τον ρόλο των ένστολων. Η αφήγηση στρέφει σε πολλές στιγμές τους αστυνομικούς σε ήρωες, με ελάχιστη κριτική στις ευρύτερες κοινωνικές επιπτώσεις, ένα στοιχείο που πολλοί θα χαρακτήριζαν ακόμα και ύποπτο ως προς τη συγκυρία κυκλοφορίας της. Όμως επιλέγουμε να μην ανοίξουμε αυτή τη συζήτηση τώρα αλλά να περάσουμε ένα βράδυ γεμάτο αγωνία μπροστά στην οθόνη και να συμβιβαστούμε για μια ακόμη φορά με το γεγονός ότι μια αμερικανιά μπορεί και να είναι απολαυστική. Αρκεί να είμαστε και λιγάκι ψιλιασμένοι όσον αφορά τον ρόλο της.