Το πιο μεγάλο «κρίμα» της κινηματογραφικής σεζόν: Η αστυνομική ταινία που θα ήθελε πολύ να είναι το «Heat» αλλά...

...το «Heat» είναι για αρχόντους και όχι για όποιον κι όποιον.

Η αχανής, απρόσωπη μεγαλούπολη του Λος Άντζελες. Μια πόλη άψυχη αλλά που ταυτόχρονα σου δίνει την εντύπωση πως πρόκειται για έναν αληθινό χαρακτήρα, έναν ζωντανό οργανισμό που κινείται με τους δικούς του ρυθμούς και τις δικές του προτεραιότητες. Η παραλία της ως το απόλυτο κοντράστ των πολύβουων δρόμων της, όμορφη μα και μελαγχολική ως εκεί που δεν πάει. Το έγκλημα στα ύψη, η αστυνομία διαρκώς σε επιφυλακή. Οι εγκληματίες μοναχικές ψυχές, οι μπάτσοι τα άλτερ έγκο τους, τοποθετημένοι σε αντίπαλα στρατόπεδα λόγω τύχης και συγκυριών και όχι λόγω επιλογών ή ηθικής, οι μεν καταλαβαίνουν τους δε όσο κανείς και το αντίστροφο μα ο κυνισμός ετούτου του περιβάλλοντος δεν τους επιτρέπει καμία συμφιλίωση, μόνο σύγκρουση.

Αν αυτό το κινηματογραφικό περιβάλλον δεν σου φέρνει στο μυαλό μια πολύ συγκεκριμένη ταινία και για την ακρίβεια, το θρυλικό «Heat» του Μάικλ Μαν, την ταινία του 1995 που έγραψε ιστορία φέρνοντας για πρώτη φορά με «ορθόδοξο» τρόπο στο ίδιο φιλμ τους Αλ Πατσίνο και Ρόμπερτ Ντε Νίρο (είχε προηγηθεί ο «ανορθόδοξος» τρόπος του «Ο Νόνος 2» και γι’ αυτό «δεν πιάνεται»…), τότε αναμφίβολα ίσως σου φανεί κάπως πρωτότυπο το αστυνομικό φιλμ που παίζεται αυτές τις μέρες στα σινεμά με τίτλο «Ο δρόμος του εγκλήματος».

Αν πάλι είσαι από τους φανατικούς οπαδούς του «Heat» (και εδώ που τα λέμε δεν νοείται να μην είσαι και ταυτόχρονα να σου αρέσουν τα crime dramas) μπορεί να μην βρεις κάποια μεγάλη πρωτοτυπία στο «Ο δρόμος του εγκλήματος» αλλά δεδομένα θα σε γοητεύσει η επαναφορά αυτού του μοτίβου στο σύγχρονο σινεμά. Και σίγουρα θα δεις αυτή την ταινία με μεγάλη όρεξη και με μια διαρκή ικανοποίηση για το πόσα κλεισίματα του ματιού στην ταινία του Μάικλ Μαν υπάρχουν διασπαρμένα μέσα στην υπόθεσή της. Μέχρι που θα έρθει η κλιμάκωση και εκεί θα καταλάβεις: δεν αρκεί να αντιγράψεις την ατμόσφαιρα του «Heat» για να βγάλεις μια ταινία αυτό.

Η υπόθεση του «Ο δρόμος του εγκλήματος» είναι η εξής: Ο Ντέιβις είναι ένας κλέφτης που μένει συστηματικά ασύλληπτος, με αποτέλεσμα οι ληστείες του να έχουν μπερδέψει την αστυνομία. Σχεδιάζει την μεγαλύτερη ληστεία της καριέρας του – ελπίζοντας ότι θα είναι και η τελευταία – όταν η πορεία του διασταυρώνεται με τη Σάρον, μια απογοητευμένη ασφαλίστρια με την οποία αναγκάζεται να συνεργαστεί, και τον Όρμαν, έναν κλέφτη με πολύ πιο ανησυχητικές μεθόδους από αυτές του Ντέιβις. Καθώς πλησιάζει η ληστεία πολλών εκατομμυρίων δολαρίων, ο αμείλικτος ντετέκτιβ Λούμπεσνικ πλησιάζει την επιχείρηση, αυξάνοντας ακόμη περισσότερο το διακύβευμα και η γραμμή μεταξύ κυνηγού και κυνηγημένου αρχίζει να θολώνει. Καθένας από αυτούς σύντομα αναγκάζεται να αντιμετωπίσει το κόστος των αντίστοιχων επιλογών του – και να συνειδητοποιήσει ότι δεν υπάρχει γυρισμός.

Είναι κρίμα που ένας σκηνοθέτης όπως o Μπάρτ Λέιτον, που πριν μερικά χρόνια μας έσωσε το υπέροχο «American Animals» να μην καταλαβαίνει την παγίδα στην οποία πέφτει. Όχι διότι επιχειρεί να γυρίσει ένα homage του «Heat» -αυτό είναι θεμιτό και θαυμαστό- αλλά διότι δεν αντιλαμβάνεται τις λεπτές γραμμές ανάμεσα στο βάθος και την περιπλοκότητα. Το «Heat» υπήρξε μια ταινία διόλου περίπλοκη. Το ακριβώς ανάποδο: η πλοκή της αποτελεί την επιτομή της απλότητας. Όμως πίσω από αυτή την απλότητα υπάρχει ένα βάθος θαυμαστό σε επίπεδο χαρακτήρων, ψυχοσυνθέσεων, ψυχολογιών, λογικών και εν τέλει κοινωνικού περιβάλλοντος. Όλα αυτά δεν συνιστούν την πλοκή καθεαυτή αλλά τις συνδηλώσεις της.

Όμως εδώ έγκειται και η δυσκολία: άντε να αφηγηθείς κάτι τόσο απλό και ταυτόχρονα τόσο βαθύ. Έτσι καιροφυλακτεί η παγίδα: επιχειρείς να μεταφέρεις το ψυχολογικό βάθος της ιστορίας από τις συνδηλώσεις της στην ίδια την πλοκή της και εν τέλει αντί να την διανθίζεις «καταφέρνεις», πάνω στο άγχος σου να της προσδώσεις βάθος, να την μπουχτίζεις. Νομοτελειακά αναμετριέσαι με τις συνέπειες αυτού και αδυνατείς να βρεις τελικά ποιος είναι ο προσανατολισμός που θες να έχει η ιστορία σου και αντί μιας ικανοποιητικής κλιμάκωσης έρχεται το αναπόφευκτο ξεφούσκωμα.

Το Λος Άντζελες και η πανέμορφη μιζέρια του -ευτυχώς ή δυστυχώς- δεν είναι για όλους…