Το εβδομο κεφάλαιο ενός franchise που κάποτε είχε καταφέρει το σχεδόν ακατόρθωτο – να επανεφευρίσκει τον εαυτό του ξανά και ξανά – έρχεται τελικά για να μας θυμίσει ότι καμία ιδέα δεν είναι ανεξάντλητη.
Το Scream 7 δεν είναι μια κακή ταινία με τη στενή έννοια. Είναι όμως μια ταινία που μοιάζει κουρασμένη. Και αν πρέπει να μιλήσουμε με ειλικρίνεια, βρίσκεται μάλλον στο χαμηλότερο σημείο της σειράς μετά το Scream 3.
Για να καταλάβει κανείς γιατί συμβαίνει αυτό, πρέπει να κοιτάξει πρώτα τι συνέβη πίσω από τις κάμερες. Οι δύο πρωταγωνίστριες που είχαν αναλάβει να οδηγήσουν τη νέα εποχή του franchise, η Μελισα Μπαρέρα και η Τζένα Ορτέγκα, δεν βρίσκονται πλέον εδώ. Η πρώτη απομακρύνθηκε από την παραγωγή το 2023 ύστερα από αναρτήσεις στα social media στις οποίες εξέφραζε δημόσια την υποστήριξή της προς τους Παλαιστίνιους και κατηγορούσε το Ισραήλ για εγκλήματα πολέμου, κάτι που το στούντιο θεώρησε ότι ξεπερνούσε τα όρια και την απέλυσε. Λίγο αργότερα η Ορτέγκα αποχώρησε και εκείνη από το πρότζεκτ, εξηγώντας αργότερα ότι μετά την απομάκρυνση της συμπρωταγωνίστριας της και τις αλλαγές στη δημιουργική ομάδα το πρότζεκτ «είχε αρχίσει να διαλύεται».
Η απώλεια των δύο χαρακτήρων που είχαν ουσιαστικά γίνει το νέο κέντρο της σειράς αφήνει μια τρύπα που η ταινία προσπαθεί απεγνωσμένα να καλύψει. Και την καλύπτει με τον πιο προφανή τρόπο: με νοσταλγία. Πολλή νοσταλγία. Το φιλμ επιστρέφει ξανά και ξανά στο παρελθόν, επαναφέρει πρόσωπα, ιδέες και συμβολισμούς που κάποτε λειτουργούσαν, σαν να πιστεύει ότι η ανάμνηση του παλιού μεγαλείου μπορεί να υποκαταστήσει την έλλειψη νέων ιδεών. Το αποτέλεσμα όμως δεν είναι συγκινητικό. Είναι συχνά εκνευριστικό.
Και είναι κρίμα, γιατί σε καθαρά κινηματογραφικό επίπεδο το Scream 7 έχει στιγμές που θυμίζουν γιατί αγαπήσαμε αυτή τη σειρά. Υπάρχουν σκηνές αγωνίας που λειτουργούν, μικρές ακολουθίες καταδίωξης που κρατούν την ένταση ψηλά και μια αίσθηση απειλής που – τουλάχιστον για ένα διάστημα – σε κρατάει στην τσίτα. Το πρόβλημα είναι ότι αυτές οι στιγμές δεν δένουν ποτέ σε ένα πειστικό σύνολο.
Οι νέοι χαρακτήρες δεν αποκτούν ποτέ πραγματικό βάρος. Η ταινία προσπαθεί να μας πείσει ότι πρέπει να επενδύσουμε συναισθηματικά σε αυτούς, αλλά δεν τους δίνει τον χρόνο ή το βάθος για να το κάνουν. Έτσι, όταν η ιστορία ζητά από τον θεατή να νοιαστεί, το μόνο που μένει είναι μια αμήχανη απόσταση.
Και μετά έρχεται το φινάλε. Ένα φινάλε που, χωρίς υπερβολή, ίσως είναι το πιο αμήχανο και άκυρο που έχει εμφανιστεί ποτέ στο franchise. Όχι επειδή είναι σοκαριστικό – το Scream πάντα αγαπούσε τις ανατροπές – αλλά επειδή μοιάζει να υπάρχει απλώς για να υπάρχει, χωρίς την ευφυΐα ή την αυτογνωσία που χαρακτήριζε κάποτε τη σειρά.
Κάποτε το Scream έδειχνε πώς ένα franchise μπορεί να σχολιάζει τον εαυτό του και ταυτόχρονα να προχωρά μπροστά. Ταινία με την ταινία, η σειρά ανανεωνόταν και έμοιαζε ανεξάντλητη από ιδέες.
Tο Scream 7 δεν καταστρέφει αυτή την κληρονομιά. Απλώς μας θυμίζει πόσο δύσκολο είναι να τη συνεχίσεις. Και μας κάνει, ίσως για πρώτη φορά τόσο έντονα, να νοσταλγούμε τις εποχές που o Ghostface δεν κυνηγούσε μόνο τους χαρακτήρες αλλά και τις ίδιες τις συμβάσεις του τρόμου…