Στο σύγχρονο σινεμά της απόλυτης ασφάλειας και των εύκολων συμβάσεων (κατά ειρωνικό τρόπο, ακόμα και όταν μιλάμε για ταινίες που κορδώνονται πως τα αγνοούν όλα αυτά…) αν υπάρχει κάτι που έχουμε ανάγκη πιο πολύ από οτιδήποτε είναι δημιουργοί που είναι αληθινά αποφασισμένοι να μην συμβιβαστούν με τις εύκολες λύσεις. Η Μάγκι Τζίλενχααλ μπορεί να περηφανεύεται και επίσημα πως ανήκει ξεκάθαρα σε αυτή την κατηγορία…
Η αλήθεια είναι πως το υποψιαζόμασταν ήδη από το σκηνοθετικό της ντεμπούτο, την υπέροχη «Χαμένη Κόρη», μια ταινία που είχε δείξει ότι η δημιουργός της διαθέτει μια σπάνια και φρέσκια ματιά πάνω στο γυναικείο ζήτημα και μια τόλμη που δεν ενδιαφέρεται να χαϊδέψει αυτιά ούτε να μετατρέψει σύνθετα φαινόμενα σε εύπεπτα μηνύματα. Εκείνη η πρώτη ταινία της Τζίλενχααλ, αν και κάπως χαμηλόφωνα και κατασκευασμένη να αγγίξει περιορισμένα κοινά, ήταν ταυτόχρονα και η υπόσχεση μιας δημιουργού που δεν έχει καμία καούρα να ακολουθήσει τις ευθείες και βολικές διαδρομές του σύγχρονου σινεμά. Γι’ αυτό και η αναμονή για τη δεύτερη σκηνοθετική της δουλειά ήταν γεμάτη αγωνία: ποιο θα ήταν το επόμενο βήμα της;
Η απάντηση έρχεται με το «The Bride!» μια ταινία που όχι μόνο δικαιώνει την προσμονή αλλά την εκτινάσσει σε κάτι πολύ πιο φιλόδοξο και απρόβλεπτο. Η ιστορία τοποθετείται σε έναν αλλόκοτο, σχεδόν μυθικό κόσμο, όπου μια γυναίκα (μια αληθινά ασυγκράτητη ερμηνευτικά Τζέσι Μπάκλεϊ) που επαναφέρεται στη ζωή από το κλασικό Τέρας του Φρανκενστάιν (καταπληκτικός ο Κρίστιαν Μπέιλ στον κλασικό χαρακτήρα) για να αποτελέσει την Νύφη του, αποφασίζει να αρνηθεί τον ρόλο για τον οποίο δημιουργήθηκε. Αντί να αποτελέσει το «τέλειο ταίρι» ενός άντρα, εγκαταλείπει τον Δημιουργό της και ξεκινά μια άγρια, χαοτική, εξεγερσιακή περιπλάνηση μέσα σε μια κοινωνία που δεν μπορεί να διαχειριστεί την ύπαρξή της. Η αφήγηση ξεδιπλώνεται σαν μια σκοτεινή οδύσσεια υπαρξιστικού αυτοκαθορισμού, όπου η ηρωίδα μετατρέπεται από μια προκατασκευασμένη Ύπαρξη σε μια απρόβλεπτη Δύναμη που απειλεί να διαλύσει τις ίδιες τις δομές που την γέννησαν.
Είναι αναπόφευκτο να εντοπίσει κανείς συγγένειες με το «Poor Things» του Γιώργου Λάνθιμου, καθώς και οι δύο ταινίες συνομιλούν με τον μύθο του Φρανκενστάιν. Εκεί όμως που ο Λάνθιμος μοιάζει συχνά να εξαντλείται στην αισθητική αρτιότητα για να διατυπώσει εν τέλει «καλές απόψεις» με φεμινιστικά ρούχα, η Τζίλενχααλ επιλέγει έναν δρόμο πολύ πιο άγριο. Δεν προσπαθεί να τακτοποιήσει το χάος της θεματικής της, αλλά να το αγκαλιάσει: σαν άλλος Δόκτορ Φράνκενσταϊν, συναρμολογεί ένα κινηματογραφικό αμάγαλμα που δεν επιδιώκει την αρμονία αλλά την έκρηξη, μια ταινία που αποθεώνει και εξυψώνει το χάος αντί να το κάτσει να το συναρμολογήσει για να το κάνει κατανοητό (αλλά και βαρετό).
Αυτή η τόλμη είναι ίσως το πιο θαυμαστό στοιχείο του έργου της. Και αυτό είτε το τελικό αποτέλεσμα αρέσει είτε όχι. Για την ακρίβεια, μοιάζει σχεδόν προορισμένο να διχάσει τον σύγχρονο θεατή, που έχει συνηθίσει να τα θέλει όλα μασημένα και να αποζητά από τις ταινίες μια τέλεια ιδεολογική συμφωνία για να τις εγκρίνει. Η Τζίλενχααλ, ταυτισμένη με την αυθάδεια της πρωταγωνίστριά της θα έλεγε κανείς, βγάζει τη γλώσσα της σε τέτοιου είδους επιβεβαιώσεις και προτιμά να προκαλεί, να μπερδεύει και τελικά, να ανοίγει ρωγμές.
Η ταινία λειτουργεί και ως ένας μεγάλος φόρος τιμής στο σινεμά που αγαπά η δημιουργός της. Οι αναφορές στο «Μπόνι και Κλάιντ» είναι κάτι παραπάνω από εμφανείς, ενώ η αισθητική σκιά του Γερμανικού Εξπρεσιονισμού και της πρώτης «χρυσής εποχής» του Χόλιγουντ πλανιούνται πάνω από την αισθητική της εικόνας της. Μόνο που εδώ όλα αλέθονται μέσα από μια σατιρική διάθεση απέναντι στα κλισέ του εμπορικού κινηματογράφου. Οι συμβάσεις αναποδογυρίζονται: οι άντρες μετατρέπονται σε διακοσμητικούς ρόλους, ενώ οι γυναίκες κουβαλούν όλο το φορτίο των γοητευτικών ηρώων και αντι-ηρώων του παλιού Χόλιγουντ. Το αποτέλεσμα είναι ένα ιδιόμορφο αντι-Χόλιγουντ, ένα σύμπαν που μοιάζει να έχει δημιουργηθεί για να αποδομήσει το ίδιο το εργοστάσιο των μύθων.
Και κάπως έτσι, η δεύτερη σκηνοθετική δουλειά της Μάγκι Τζίλενχααλ μετουσιώνεται σε όσα έχουμε ανάγκη σήμερα και τα βρίσκουμε κυριολεκτικά σε δημιουργούς αριθμημένους στα δάκτυλα του ενός χεριού: ένα σινεμά που δεν φοβάται να κινηθεί μέσα στο χάος, αρκεί να βγει από αυτό με κάτι ζωντανό, άγριο και αληθινά κινηματογραφικό.