Ένας από τους αντιφατικούς λόγους που αγαπάμε το σινεμά είναι τα κλισέ του. Είναι βέβαια και ο ίδιος λόγος που μια ταινία είναι ικανή να γίνει απωθητική αλλά ας μην γελιόμαστε: άπαξ και το κλισέ πέσει στα χέρια ενός καλού χειριστή-σκηνοθέτη, αυτόματα η ταινία θα μπει στην καρδιά μας. Πόσο μάλλον μια ταινία που δεν χρησιμοποιεί απλά ένα κλισέ αλλά το εφευρίσκει: εδώ έχουμε να κάνουμε με αληθινά διαμάντια.
Μια τέτοια ταινία είναι το «Λεόν» του Λουκ Μπεσόν, η κορυφαία δηλαδή στιγμή του Γάλλου δημιουργού: όσα στερεότυπα και αν στοιβάζονται σήμερα στο εσωτερικό της, σήμερα είναι τέτοια ακριβώς επειδή το «Λεόν» τα δημιούργησε. Όλο το στιλ του συνδυασμού ανάμεσα στη βία και την τρυφερότητα, κυριολεκτικά το σύγχρονο Χόλιγουντ το οφείλει σε εκείνη την ιστορική ταινία του 1994. Το «Λεόν», από τη μία πλευρά είναι ένα σκοτεινό αστυνομικό θρίλερ και από την άλλη, η ιστορία μιας απρόσμενα ανθρώπινης σχέσης.
Ο κεντρικός χαρακτήρας που δανείζει το όνομά του στον τίτλο της ταινίας και τον οποίο υποδύεται ο Ζαν Ρενό (όπως και ο Μπεσόν, εδώ στην κορυφαία στιγμή της καριέρας του) είναι ένας πληρωμένος δολοφόνος λιγομίλητος, πειθαρχημένος, σχεδόν αθώος έξω από τη δουλειά του. Πίνει γάλα, φροντίζει το φυτό του και ζει μέσα σε μια αυστηρή ρουτίνα, σαν να προσπαθεί να κρατήσει τον κόσμο σε απόσταση ασφαλείας. Είναι ένας τύπος που σκοτώνει χωρίς δισταγμό, αλλά ταυτόχρονα μοιάζει ανίκανος να διαχειριστεί τα πιο απλά συναισθήματα. Η σιωπηλή του παρουσία δίνει εξαρχής στην ταινία μια παράξενη μελαγχολία.
Η Ματίλντα, από την άλλη, είναι η ψυχή της ταινίας. Η Νάταλι Πόρτμαν, στην πρώτη της κινηματογραφική εμφάνιση (και στην κορυφαία στιγμή της καριέρας της εδώ, όπως και οι Μπεσόν, Ρενό), δίνει μια ερμηνεία που εντυπωσιάζει για την ωριμότητα και την έντασή της. Η Ματίλντα είναι ένα παιδί που αναγκάστηκε να μεγαλώσει πρόωρα, να φορέσει μια σκληρότητα που δεν ταιριάζει σε παιδική φυσιογνωμία και να αντιμετωπίσει έναν κόσμο βίαιο, αδιάφορο και διεφθαρμένο. Η σχέση της με τον Λεόν λειτουργεί επειδή και οι δύο είναι, με διαφορετικό τρόπο, χαμένοι. Εκείνη ψάχνει κάποιον να εμπιστευτεί και εκείνος μαθαίνει για πρώτη φορά τι σημαίνει να νοιάζεσαι και να σε νοιάζονται.
Ιδιαίτερη δύναμη στην ταινία δίνει και ο Γκάρι Όλντμαν (ω ναι: και αυτός στην καλύτερη στιγμή της καριέρας του) ως ο villain της υπόθεσης. Ένας διεφθαρμένος αστυνομικός, χαοτικός, απειλητικός, περίπου βγαλμένος από κόμιξ σελίδες: μια μορφή απόλυτης διαφθοράς, ένας άνθρωπος που συνδυάζει εξουσία, τρέλα και κυνισμό. Η υπερβολή της ερμηνείας του ταιριάζει απόλυτα στον τόνο της ταινίας, γιατί κάνει τον κόσμο γύρω από τη Ματίλντα να μοιάζει ακόμα πιο επικίνδυνος.
Εντάξει, 32 χρόνια μετά μπορούμε να πούμε ότι η ταινία δεν είναι άψογη και κάποια στοιχεία της σχέσης Λεόν-Ματίλντα μπορούν σήμερα να φανούν αμήχανα ή αμφιλεγόμενα. Παρ’ όλα αυτά, η συναισθηματική της δύναμη παραμένει έντονη και αγέραστη: αν δεν κλάψεις με το «Λεόν» δεν θα κλάψεις ποτέ.
Τελικά, το αιματοβαμμένο έπος του Μπεσόν μένει αξέχαστο όχι επειδή είναι απλώς μια καλή ταινία δράσης, αλλά επειδή πίσω από τα όπλα και την ένταση κρύβει μια ιστορία μοναξιάς, απώλειας και ανάγκης για σύνδεση. Είναι σκοτεινό, βίαιο, συγκινητικό και γεμάτο χαρακτήρες που μένουν στη μνήμη. Συνεπώς, όταν βλέπουμε πως στριμάρει στο Cosmote, το χέρι πάει αυτόματα…