10 επεισόδια χωρίς να μπορείς να πατήσεις pause: Η κορυφαία σειρά της χρονιάς σε κάνει να παρακαλάς να μην τελειώσει 

Τηλεόραση στο μέγιστο ποιοτικά, ένα masterclass από όλες τις απόψεις

Δεν είναι η πρώτη φορά που σου μιλάμε γι’ αυτή τη σειρά. Μας αναγκάζει, όμως, να επανέλθουμε. Επειδή το θέλουμε. Επειδή το αξίζει, πέρα ως πέρα. Επειδή είναι η κορυφαία της χρονιάς, το λέμε μετά λόγου γνώσης τώρα που πλέον έχουμε ολοκληρωμένο το δείγμα της 1ης σεζόν. Το Widow’s Bay, του Apple TV, είναι τηλεόραση του υψηλότερου δυνατού επιπέδου…

Μια μίξη horror και μαύρης κωμωδίας που θες να χειροκροτήσεις για την ισορροπία που βρίσκει, για το ότι δεν υπάρχει νεκρό σημείο (προβοκατόρικη επιλογή έκφρασης, το παραδεχόμαστε) σε κανένα από τα 10 επεισόδια της. Και αφού τα είπαμε όλα αυτά τα (απαραίτητα) εισαγωγικά, να ξέρεις από εδώ και πέρα, ακολουθούν spoilers. Ξηγηθήκαμε και αμαρτία ουκ έχουμε…

Λοιπόν, το βασικό στόρι έχει ως εξής: Ο Τομ Λόφτις (τον οποίο υποδύεται ο κάτι περισσότερο από καταπληκτικός Μάθιου Ρις…) είναι ο δήμαρχος του Widow’s Bay, ενός νησιού που παρότι έχει κάμποσα ατού, δεν μπορεί να προσελκύσει με τίποτα τουρίστες. Με προσωπικές και επίμονες ενέργειες, πείθει έναν δημοσιογράφο των New York Times να επισκεφθεί τον τόπο του. Το πράγμα πάει καλύτερα από τις προσδοκίες του. Ο ρεπόρτερ ενθουσιάζεται με όσα βλέπει και βιώνει. Και γράφει όντως αποθεωτικό άρθρο, κάτι που εγγυάται κοσμοπλημμύρα. Όλα καλά όλα ανθηρά; Κάθε άλλο.

Γιατί το νησί είναι.. στοιχειωμένο! Είναι κάτι σαν οντότητα που τρέφεται από ανθρώπινες ψυχές. Ο αρχηγός των πρώτων αποίκων του νησιού, Ρίτσαρντ Γουόρεν, έκανε συμφωνία με το διάολο, τρόπον τινά, όπως μαθαίνουμε στο φινάλε. Για να μείνει αυτός και οι δικοί του εκεί, θα πρέπει κάποιοι να θυσιάζονται ανά τακτά διαστήματα. Να «ταΐζεται» το τέρας. Με τα χρόνια να κυλούν, τα όρια αλήθειας και ψέματος έχουν γίνει δυσδιάκριτα, αλλά το ξύπνημα του νησιού επαναφέρει τον εφιάλτη. Και, πια, πείθονται όλοι. Ακόμα και ο Τομ που στην αρχή θεωρούσε τις προειδοποιήσεις των παλαιότερων απλώς και μόνο δεισιδαιμονίες «χωριατών», που δεν αφήνουν τον τόπο να προοδεύσει, να αλλάξει χαρακτήρα.

Και, μέσα σε όλα, έχουμε και φαντάσματα. Όπως τη γριά στρίγγλα που σαν γρατζουνίσει το δέρμα σου μπορεί να σε βρει όπου και να ‘σαι και δεν θα ησυχάσει αν δεν σε σκοτώσει ανεβαίνοντας με τα σκέλια της πάνω στο πρόσωπό σου – μα έχεις δει ποτέ πιο πρωτότυπο τρόπο να σε «ξεπαστρέψει» φάντασμα; Κι αυτή είναι απλώς μία έκφανση του πώς το Widow’s Bay σε πάει από την ανατριχίλα του φόβου στο γέλιο σε χρόνο dt. Χωρίς να γίνεται γελοίο, κάθε άλλο. Είναι μαεστρικό το πώς κινείται, το πώς ενώνει τις τελείες και ξετυλίγει την πλοκή.

Το να διαλέξουμε top αγαπημένες στιγμές από τη σειρά είναι μια πολύ δύσκολη άσκηση. Ακριβώς επειδή μιλάμε για κάτι το άρτιο επί συνόλω.

Υπάρχουν όμως κάποια σημεία που είναι αφρός του… αφρού στο Widow’s Bay. Όπως οι παρακάτω:

Όταν ο Τομ μπαίνει να μείνει για ένα βράδυ στο ξενοδοχείο του νησιού για να δείξει στους συμπολίτες τους πως ασχολούνται με ανοησίες και ότι το μέρος δεν είναι στοιχειωμένο, όπως του λένε. Το βράδυ πάντως δεν το περνάει μόνος. Ένα σου λέμε μόνο επιπλέον: Εάν φοβάσαι τους κλόουν, θα τους… φοβηθείς περισσότερο μετά από αυτό.

Όταν ο σαμάνος του νησιού δίνει στον Τομ, εν άγνοια του τελευταίου, παραισθησιογόνα μανιτάρια για να μπει σε άλλη διάσταση, να αντικρίσει κατάματα την βαθύτερη αλήθεια για το νησί. Μόλις εκείνος καταλαβαίνει τι πήρε, η αντίδρασή του είναι αγνή κωμωδία, ειδικά η φάτσα του όταν τον προειδοποιούν να μην κοιτάζει καθρέφτες.

Όταν η Πατρίσια (Κέιτ Ο’Φλιν, τι ερμηνευτικό ρεσιτάλ έχουμε εδώ, τι…), το δεξί χέρι του δημάρχου, μια εκκεντρική και κοινωνικά αδέξια γυναίκα, μα εντελώς καλόκαρδη και γενναιόδωρη, ανακαλύπτει, νομίζει, ένα βιβλίο-οδηγό για το τέλειο πάρτι. Πιστεύει ότι έτσι θα πετύχει την αποδοχή των γύρω τους που τόσο αναζητάει. Μόνο που χωρίς να το ξέρει, έχει πέσει θύμα μαύρης μαγείας. Κάτι που παρουσιάζεται μαεστρικά σκηνοθετικά. Λίγο λίγο, με hints. Μέχρι να φτάσουμε στην απίθανη σκηνή που άπαντες χορεύουν υπό τους ήχους του The Rhythm of the Night. Έλα όμως που τα στόματα δεν κλείνουν. Είναι δαιμονικά ανοιχτά και κάθε άλλο παρά τα πρόσωπα, χαμογελαστά…

Όταν ο Τομ και ο «απέθαντος» Ρίτσαρντ Γουόρεν είναι μαζί στο καράβι, ο δεύτερος απολαμβάνει το τελευταίο του γεύμα καθώς έχει συμφωνήσει να βγει εκτός των ορίων του νησιού. Δέχεται δηλαδή να θυσιαστεί για να σπάσει η κατάρα με την οποία έχει δέσει όλους τους κατοίκους του μέρους. Έλα όμως που παρότι έχει περάσει κοντά 300 χρόνια σε ένα… φέρετρο, είναι γλυκιά η ζωή και ο γερό-Γουίκ (άλλη κομβική φιγούρα στη σειρά) τον έχει καταλάβει. Έχει δεύτερες σκέψεις, μετανιώνει. Κάτι που με ένταση, ηλεκτρική, υποδηλώνεται μέσα από το διάλογό του με τον δήμαρχο…

Το όλο σκηνικό στο καταφύγιο στο τελευταίο επεισόδιο, το πώς συμπεριφέρονται οι άνθρωποι σε στιγμές υψηλού κινδύνου και αβέβαιης έκβασης, είναι σπουδαίο, σε όλα του. Μαζί και η αποκάλυψη περί του τι είναι το νησί, του τι έκαναν οι παλαιότεροι και τι (δεν) πρέπει να κάνουν οι σύγχρονοι…

 

Η συνειδητοποίηση του Τομ ότι ο γιος του είναι ο τελευταίος απευθείας απόγονος του Γουόρεν (μέσω της γυναίκας του, η οποία έχει πεθάνει). Άρα όσο ζει εκείνος, η κατάρα είναι «ζωντανή» και δεν μπορεί να φύγει από το νησί, το οποίο θέλει κι άλλο αίμα. Η καμπάνα, στο τέλος του 10ου επεισοδίου, χτυπάει 8 φορές. Όσες δηλαδή και οι ψυχές που πρέπει να δοθούν θυσία για να σταματήσουν τα ακραία φαινόμενα. Μέχρι την επόμενη φορά αν δεν λυθούν τα μάγια. Κι έτσι μας άφησαν, κι έτσι μας μας είπαν αντίο από το Widow’s Bay. Είναι απλά και μόνο μια στιγμή χωρισμού. Ο 2ος κύκλος, παρακαλούμε, μην αργήσει. Δεν μπορώ, δεν μπορώ να περιμένω…