Υπάρχει μια συγκεκριμένη κατηγορία σκηνοθετών που αποφεύγουν να αλλάζουν θεματικές από ταινία σε ταινία αλλά αντίθετα έχουν αγκαλιάσει τις εμμονές τους και επιστρέφουν διαρκώς σε αυτές, εξερευνώντας τις κάθε φορά από διαφορετική γωνία. Ο Κρίστοφερ Νόλαν ανήκει ξεκάθαρα σε αυτή την κατηγορία. Από το πρώτο του κι όλας φιλμ μέχρι τις μεγαλύτερες blockbuster παραγωγές του, το έργο του διαπερνάται από πολύ συγκεκριμένες ιδέες που δεν έπαψε ποτέ να επεξεργάζεται. Η έννοια του χρόνου, η σχετική αντίληψή του, ο τρόπος με τον οποίο επιδρά πάνω στο άτομο, το πώς ο άνθρωπος βρίσκεται διαρκώς στο έλεός του και ταυτόχρονα τον διαμορφώνει μέσα από τις επιλογές του, είναι μοτίβα που συναντά κανείς είτε στις πρώτες, πιο λιτές δημιουργίες του Βρετανού σκηνοθέτη είτε στα μεγαλεπήβολα έργα που τον καθιέρωσαν ως έναν από τους σημαντικότερους δημιουργούς του σύγχρονου Χόλιγουντ.
Ίσως λοιπόν να ήταν αναπόφευκτο ότι αργά ή γρήγορα ο Νόλαν θα αναμετριόταν με το μεγαλύτερο ταξίδι της δυτικής λογοτεχνίας, την «Οδύσσεια» του Ομήρου. Άλλωστε, δύσκολα μπορεί να βρει κανείς ένα έργο που να πραγματεύεται τόσο εύστοχα τη σχέση του ανθρώπου με τον χρόνο, τη μνήμη, την ταυτότητα και την περιπλάνηση όσο το ομηρικό έπος. Αυτονόητα, λοιπόν, η «Οδύσσεια» εξελίχθηκε στην κινηματογραφική ατραξιόν της χρονιάς. Και όσο κι αν όλοι θα ήθελαν να τη δουν από την πρώτη κιόλας ημέρα προβολής της, η τεράστια ζήτηση σημαίνει ότι αρκετοί θα χρειαστεί να κάνουν λίγη υπομονή μέχρι να εξασφαλίσουν το πολυπόθητο εισιτήριο.
Αν, λοιπόν, ανήκεις σε εκείνους που δεν έχουν καταφέρει ακόμη να δουν την «Οδύσσεια» και ψάχνεις κάτι που θα σε βάλει στο κατάλληλο κλίμα μέχρι να έρθει η σειρά σου, τότε η θεματική που ανέβασε το Cinobo με τις τρεις πρώτες ταινίες του Νόλαν είναι ακριβώς αυτό που χρειάζεσαι. Και αν υπάρχει μία που αξίζει να προηγηθεί από όλες, αυτή είναι η δεύτερη ταινία τόσο της συγκεκριμένης ενότητας όσο και της φιλμογραφίας του δημιουργού: το «Memento».
Η ιστορία ακολουθεί τον Λέοναρντ Σέλμπι, έναν άνδρα που, ύστερα από τη δολοφονία της συζύγου του, πάσχει από μια σπάνια μορφή αμνησίας η οποία δεν του επιτρέπει να δημιουργήσει νέες αναμνήσεις. Κάθε λίγα λεπτά ξεχνά όσα μόλις συνέβησαν και, προκειμένου να συνεχίσει την έρευνά του για τον άνθρωπο που θεωρεί υπεύθυνο για τον θάνατο της γυναίκας του, βασίζεται σε σημειώματα, φωτογραφίες Polaroid και τατουάζ χαραγμένα πάνω στο ίδιο του το σώμα. Ο θεατής ακολουθεί αυτό το απελπισμένο κυνήγι μέσα από μια αφήγηση που κινείται αντίστροφα στον χρόνο, βιώνοντας την ίδια ακριβώς σύγχυση και αβεβαιότητα με τον πρωταγωνιστή.
Όταν κυκλοφόρησε το 2000, το «Memento» προκάλεσε αίσθηση όσο λίγες ταινίες της εποχής του. Η αντίστροφη αφηγηματική του δομή έμοιαζε σχεδόν επαναστατική για το ευρύ κοινό, μετατρέποντας τον τρόπο αφήγησης σε αναπόσπαστο κομμάτι της ίδιας της ιστορίας. Δεν άργησε μάλιστα να γίνει σημείο αναφοράς και να επηρεάσει πλήθος μεταγενέστερων δημιουργών, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τον «Μη Αναστρέψιμο» του Γκασπάρ Νοέ, που αξιοποίησε επίσης μια αντίστροφη χρονική αφήγηση για να εντείνει τη δύναμη του δράματος.
Δεν ήταν λίγοι, βέβαια, εκείνοι που κατηγόρησαν τον Νόλαν ότι χρησιμοποιεί ένα έξυπνο αφηγηματικό gimmick για να κρύψει ένα κατά τα άλλα απλό σενάριο. Η μετέπειτα πορεία του όμως μοιάζει να διαψεύδει αυτή την ανάγνωση. Από το «Prestige» και το «Inception» μέχρι το «Interstellar», το «Dunkirk» και το «Tenet», ο χρόνος δεν έπαψε ποτέ να αποτελεί τον βασικό άξονα της κινηματογραφικής του σκέψης. Δεν ήταν ποτέ ένα τρικ εντυπωσιασμού, αλλά η μεγάλη θεματική που τον απασχολεί σταθερά εδώ και δεκαετίες.
Στο «Memento» αυτή η εμμονή εκφράζεται ίσως με τον πιο καθαρό και σπαρακτικό τρόπο. Ο Λέοναρντ δεν είναι απλώς ένας ήρωας που πάσχει από αμνησία. Είναι μια βαθιά τραγική παρουσία, ένας άνθρωπος παγιδευμένος σε ένα αέναο παρόν, ανήμπορος να χτίσει μέλλον και καταδικασμένος να ανακυκλώνει το ίδιο τραύμα ξανά και ξανά. Ο χρόνος δεν κυλά γι’ αυτόν: έχει μετατραπεί σε μια φυλακή από την οποία δεν υπάρχει έξοδος. Κάθε νέα πληροφορία εξαφανίζεται προτού προλάβει να αποκτήσει νόημα, αφήνοντάς τον να ανασυνθέτει διαρκώς την ταυτότητά του μέσα από αποσπασματικά ίχνη. Κι έτσι ο Νόλαν δεν αφηγείται απλώς μια ιστορία εκδίκησης. Χρησιμοποιεί την ίδια τη μορφή της αφήγησης για να βάλει τον θεατή μέσα στο μυαλό ενός ανθρώπου που έχει χάσει κάθε αίσθηση χρονικής συνέχειας, μετατρέποντας το «Memento» σε μια από τις πιο ουσιαστικές κινηματογραφικές μελέτες πάνω στη μνήμη, την αλήθεια και τη σχέση του ανθρώπου με τον χρόνο.
Το «Memento» παραμένει μέχρι σήμερα μία από τις κορυφαίες στιγμές της φιλμογραφίας του Νόλαν και, ταυτόχρονα, η ταινία που περιέχει σε συμπυκνωμένη μορφή όλες τις μεγάλες ιδέες που θα τον απασχολούσαν στα επόμενα χρόνια. Και το καλύτερο; Στριμάρει στο Cinobo. Οπότε, όσο περιμένεις να έρθει η στιγμή να ταξιδέψεις με την «Οδύσσεια», δύσκολα θα βρεις καλύτερο ορεκτικό από αυτή την ταινιάρα.