Έκανε τους πιστούς να διαδηλώνουν έξω από τα σινεμά: Την πιο «βλάσφημη» ταινία των 90s σήμερα τη βλέπεις στο Cinobo

Ένα αληθινό καλτ έπος...

Ένας από τους πολλούς λόγους που η δεκαετία του ’90 υπήρξε τόσο διαολεμένα όμορφη σε κινηματογραφικό επίπεδο έχει να κάνει με το γεγονός ότι πέρα από το Χόλιγουντ υπήρχε και ένα undeground ρεύμα κινηματογραφιστών που οι b-movies τους έβρισκαν πρόσβαση στο πλάι των πρωτοκλασσάτων δημιουργιών και έφτιαχναν έτσι το δικό τους καλτ κοινό. Ίσως πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της κατηγορίας δεν υπάρχει από τον Κέβιν Σμιθ: το ταπεινό «Clerks» του 1994 έγινε με τη μία καλτ φαινόμενο και ο άσημος και low budget Κέβιν Σμιθ απέκτησε πρόσβαση στις μεγάλες παραγωγές.

Για να βλέπεις πιο συχνά τα καλύτερά μας άρθρα Add Menshouse.gr on Google

Και κάπου εδώ ξεκινάει αληθινά το φαινόμενο «Κέβιν Σμιθ». Διότι τι έκανε αυτός ο τυπάκος όταν βρέθηκε σε θέση να χειρίζεται μπάτζετ με το οποίο μπορούσε να κλείσει ένα all star καστ με τους Ματ Ντέιμον, Μπεν Άφλεκ, Λίντα Φιορεντίνο (μεγάλη σταρ των 90s) και Άλαν Ρίκμαν; Για την ακρίβεια, τι ΔΕΝ έκανε; Αυτό που θα έκαναν το 99% των Αμερικάνων σκηνοθετών, δηλαδή μια ταινία κομμένη και ραμμένη για να σπάσει τα ταμεία και να πάει για Όσκαρ. Ο Κέβιν Σμιθ αντίθετα γύρισε μια σάτιρα φαντασίας «θρησκευτικού» περιεχομένου που απαγορεύτηκε σε ένα σωρό μέρη του κόσμου, ανάγκασε τους πιστούς χριστιανούς να διαδηλώνουν έξω από τα σινεμά!

Κι όμως, το παράδοξο είναι πως το «Dogma» -περι ου ο λόγος…- δεν είναι ακριβώς μια ιερόσυλη ταινία. Τρολάρει σίγουρα τις θρησκείες, αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Ωστόσο ταυτόχρονα αποτελεί και μια πραμάτεια πάνω στην έννοια της πίστης και στο πώς αυτή οργανώνεται και εκφράζεται στις σύγχρονες κοινωνίες. Για την ακρίβεια, δεν θα ήταν υπερβολή να ειπωθεί πως υπό μια έννοια, το «Dogma» είναι μια βαθιά θρησκευτική ταινία.

Ένας 13ος Απόστολος που έχει σοβαρότατα παράπονα από την επίσημη εκδοχή της Καινής Διαθήκης, έναν ιερέα που αποφασίζει ότι η φιγούρα του Χριστού δεν είναι πλέον αρκετά εμπορική για τη σύγχρονη εποχή, δυο προφήτες που μοιάζουν περισσότερο με μπαφιάρηδες νέρντουλες παρά με βιβλικές μορφές, έναν Θεό που, όταν τελικά εμφανίζεται, είναι η Αλάνις Μόρισετ και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά υπάρχει ένα τέρας από περιττώματα: δεν θα έπρεπε να υπάρχει καμία αμφιβολία πως αυτή είναι μια ταινία που έχει βάλει σκοπό της να κάνει πλάκα με τον χριστιανισμό. Μόνο που δεν είναι. Ή, για να είμαστε ακριβέστεροι, είναι μια ταινία που κάνει ασταμάτητα πλάκα με τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι έχουν αποφασίσει να διαχειρίζονται τον χριστιανισμό.

Η ιστορία ξεκινά με δυο έκπτωτους αγγέλους, τους οποίους υποδύονται ο Μπεν Άφλεκ και ο Ματ Ντέιμον και οι οποίοι έχουν εξοριστεί από τον Παράδεισο. Όταν ανακαλύπτουν ένα παραθυράκι στην καθολική θεολογία που μπορεί να τους επιτρέψει να πάρουν άφεση αμαρτιών και να επιστρέψουν, αποφασίζουν φυσικά να το εκμεταλλευτούν. Το πρόβλημα είναι πως αν το καταφέρουν, θα αποδείξουν ότι ο Θεός έκανε λάθος. Και αν ο Θεός αποδειχθεί λανθασμένος, καταρρέει η ίδια η αρχή πάνω στην οποία είναι δομημένο το σύμπαν.

Και κάπως έτσι, μέσα από μια πλοκή που ακούγεται σαν θεολογικό ανέκδοτο ειπωμένο μετά από αρκετές μπίρες, ο Σμιθ καταφέρνει να κάνει κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον από μια απλή αντιθρησκευτική προβοκάτσια. Το «Dogma» δεν τα βάζει τόσο με την πίστη όσο με το δόγμα, με τη στιγμή δηλαδή που μια ζωντανή και προσωπική σχέση με το θείο μετατρέπεται σε κανονισμούς, δημόσιες σχέσεις, εμπορικά σύμβολα και γραφειοκρατία. Και το κάνει χωρίς στιγμή να εγκαταλείπει το χοντροκομμένο χιούμορ του, τις ποπ αναφορές και εκείνη την υπέροχα 90s αίσθηση ότι μια ταινία μπορούσε να είναι ταυτόχρονα παντελώς γελοία και εντελώς σοβαρή.

Το καλύτερο είναι πως σήμερα δεν χρειάζεται να ψάξει κανείς σε ξεχασμένα DVD ή σε ύποπες γωνιές του ίντερνετ για να ξαναδεί αυτή την αλλόκοτη, βλάσφημη και κατά βάθος τρυφερή ταινία. Το «Dogma» υπάρχει στο Cinobo, δίνοντας μια εξαιρετική αφορμή είτε για επαναθέαση είτε για μια πρώτη γνωριμία με μια εποχή κατά την οποία ένας τύπος σαν τον Κέβιν Σμιθ μπορούσε να πάρει ένα λαμπερό καστ, ένα αξιοπρεπές μπάτζετ και την ευκαιρία της ζωής του και να τα χρησιμοποιήσει για να κάνει… σκεπτόμενο (μεν) χαβαλέ (δε). Ευτυχώς.