Το έχουμε πάθει όλοι. Λες «άντε, άλλο ένα επεισόδιο και πέφτω για ύπνο» και ξαφνικά κοιτάζεις το ρολόι και έχει πάει 4 το πρωί. Βέβαια το ότι μια σειρά σε έκανε να χάσεις τον ύπνο σου δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ήταν και καλή. Μπορεί απλώς να ήθελες τόσο πολύ να δεις πού θα καταλήξει, ώστε να μην μπορούσες να σταματήσεις. Δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα…
Το Crystal Lake είναι μια πολύ χαρακτηριστική τέτοια περίπτωση. Οι φανατικοί του τρόμου το περίμεναν πώς και πώς. Δεν είναι και λίγο να επιστρέφει ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα ονόματα στην ιστορία του είδους, έπειτα από τόσα χρόνια απουσίας. Το HBO Max το έφερε στη χώρα μας, έδωσε στη δημοσιότητα και τα οκτώ επεισόδια μαζί, στις 15 Οκτωβρίου, και για τους πιο πιστούς οπαδούς της «Παρασκευής και 13» το πρόγραμμα ήταν περίπου δεδομένο. Κλειστά κινητά, σβηστά φώτα, κάτι για (ελαφρύ) σαβούρωμα και μαραθώνιος μέχρι τελικής πτώσεως. Κάποιοι την είδαν μονορούφι, μέχρι να ξημερώσει…
Μόνο που υπάρχει ένα… μικρό θεματάκι. Η νοσταλγία είναι υπέροχο πράγμα, αλλά δεν φτάνει από μόνη της για να φτιάξεις καλή τηλεόραση. Πόσο μάλλον όταν αποφασίζεις να πειράξεις κάτι που ο κόσμος έχει αγαπήσει ακριβώς γι’ αυτό που είναι.
Η Πάμελα Βούρχις βγαίνει μπροστά
Το Crystal Lake δεν είναι η επιστροφή του Τζέισον που ίσως περίμεναν πολλοί. Τουλάχιστον όχι με τον τρόπο που είχαν στο μυαλό τους. Είναι μια ιστορία που στρέφει το ενδιαφέρον στη μητέρα του, Πάμελα Βούρχις, και μας μεταφέρει στα γεγονότα που διαμόρφωσαν τη γυναίκα πίσω από έναν από τους πιο διάσημους κινηματογραφικούς εφιάλτες. Μια μητέρα που χάνει το παιδί της, μια κοινότητα που προσπαθεί να συνεχίσει τη ζωή της και μια γυναίκα που αρνείται να αποδεχτεί ότι όλα τελείωσαν. Ο πόνος γίνεται εμμονή, η εμμονή αρχίζει να καταπίνει τη λογική και η απόσταση ανάμεσα στο θύμα και στον θύτη μικραίνει επικίνδυνα.
Ως εδώ, μια χαρά. Υπάρχει υλικό. Υπάρχει ενδιαφέρον. Υπάρχει και η δυνατότητα να ειπωθεί κάτι ουσιαστικό για το πώς η απώλεια μπορεί να αλλάξει έναν άνθρωπο μέχρι το σημείο να μην τον αναγνωρίζει ούτε ο ίδιος.
Το μεγάλο ατού της Λίντα Καρντελίνι
Και, κυρίως, υπάρχει η Λίντα Καρντελίνι… Η Αμερικανίδα ηθοποιός είναι το μεγάλο ατού της παραγωγής. Έχει την απαραίτητη εκφραστικότητα για να υποδυθεί μια γυναίκα που δεν ξέρεις αν πρέπει να την αγκαλιάσεις ή να αρχίσεις να τρέχεις προς την αντίθετη κατεύθυνση με το που τη βλέπεις… Δεν είναι εύκολο αυτό. Η Καρντελίνι δίνει στην Πάμελα κάτι που δεν είχε ποτέ πραγματικά την ευκαιρία να αποκτήσει στις παλιές ταινίες: ανθρώπινη υπόσταση.
Και κάπως έτσι καταλαβαίνεις ότι η σειρά είχε στα χέρια της μια καλή ιστορία. Ίσως, μάλιστα, καλύτερη απ’ όσο υποψιαζόμασταν αρχικά.
Η παγίδα της υπερβολής
Γιατί λοιπόν δεν λειτουργούν όλα όπως θα έπρεπε; Επειδή οι δημιουργοί δεν αρκούνται σε αυτήν. Θέλουν να πουν κι άλλα. Να ανοίξουν μυστήρια, να μπλέξουν πρόσωπα, να προσθέσουν συνωμοσίες, μυστικά του παρελθόντος, αστυνομικές έρευνες, σκοτεινά επιχειρηματικά συμφέροντα. Είναι σαν να παραγγέλνεις σουβλάκια και να σου φέρνουν μαζί καρμπονάρα, πίτσα και σούσι. Δεν είναι απαραίτητα κακό κανένα από αυτά. Απλώς κάποια στιγμή ξεχνάς τι ήθελες αρχικά να φας…
Υπάρχουν, βέβαια, και στιγμές που οι φίλοι του είδους θα περάσουν καλά. Το αίμα ρέει άφθονο και η ατμόσφαιρα της κατασκήνωσης διατηρεί κάτι από τη γοητεία του παρελθόντος. Μόνο που το Crystal Lake μοιάζει κατά διαστήματα να ενδιαφέρεται περισσότερο για το τι θα προσθέσει στην ιστορία παρά για το πώς θα αξιοποιήσει όσα έχει ήδη. Είναι θέμα ρυθμού. Του να ξέρεις πότε να αφήσεις μια σκηνή να αναπνεύσει και πότε να μη φορτώσεις τον θεατή με άλλη μία πληροφορία που πρέπει να θυμάται για αργότερα.
Αυτό είναι που λείπει αρκετές φορές από τα οκτώ επεισόδια. Η αίσθηση ότι όλα όσα βλέπεις οδηγούν κάπου συγκεκριμένα και ότι ο χρόνος που αφιερώνεις ανταμείβεται αναλόγως.
Δεν μιλάμε, πάντως, για κάποιο τηλεοπτικό ναυάγιο. Το αντίθετο. Το Crystal Lake έχει προσωπικότητα, διαθέτει μια πολύ καλή πρωταγωνίστρια και δεν φοβάται να λερώσει τα χέρια του. Υπάρχει κοινό που θα απολαύσει ακριβώς αυτή την αλλόκοτη μίξη οικογενειακού δράματος, μυστηρίου και ακραίου τρόμου. Και δικαίως. Η διασκέδαση δεν χρειάζεται πάντα να περνά από την τελειότητα.
Μόνο που το «θέλω να δω τι γίνεται μετά» δεν είναι πάντα το ίδιο με το «μου αρέσει αυτό που βλέπω».
