Αχ βρε Buddy, μπορούσες να είσαι πολλά περισσότερα...

Η ταινία τρόμου “Buddy“ είχε όλες τις προοπτικές να εξελιχθεί σε κάτι πραγματικά φρικιαστικό, όμως δεν πήρε όσο θα θέλαμε στα σοβαρά τον εαυτό της. Γράφει ο Κωνσταντίνος Τσίπτσιος

Η αλήθεια είναι πως περίμενα με ειλικρινή ανυπομονησία το “Buddy‘‘, μετά το λιτό και εντυπωσιακό τρέιλερ της ταινίας.

Για να βλέπεις πιο συχνά τα καλύτερά μας άρθρα Add Menshouse.gr on Google

Αποφάσισα λοιπόν να του δώσω μια ευκαιρία, έτοιμος για λίγη παράνοια και αρκετό τρόμο, με διαφορετικές μεθόδους από όσες είχα συνηθίσει στο παρελθόν.

Υπό αυτό το πρίσμα τολμώ να πω πως η ταινία πετυχαίνει διάνα. Ίσως μη χαρίζοντας απλόχερα τρόμο, αλλά μια ανατριχιαστική αίσθηση και έναν νοσταλγικό φόβο, μπροστά στον παραλογισμό και στο ιδιαίτερο χιούμορ της μαύρης… κωμωδίας, που μαστόρεψε με μεράκι ο Κάσπερ Κέλλι.

Στην ταινία μας έχουμε ως κεντρικό χαρακτήρα τον Μπάρνι… εεε εννοώ τον “Μπάντι” (Buddy), έναν πορτοκαλί μονόκερο – ξεκάθαρη κόπια του μοβ αγαπημένου ήρωα, που όλοι αγαπήσαΤΕ, ο οποίος προσπαθεί να περάσει όμορφες στιγμές με τους φίλους του, ένα μάτσο παιδάκια, τα οποία παίζουν, μαθαίνουν και περνούν στον θεατή, στον οποίο απευθύνονται, ένα ιδιαίτερο βάιμπ υπερβολικής και αναίτιας χαράς, πίσω από το οποίο αναβλύζει ένταση και μια αίσθηση πως κάτι δεν πάει καλά. Από το πρώτο λεπτό η όλη ιστορία “ζέχνει” και ο θεατής στέκεται μπροστά σε ένα σετ από παιδική εκπομπή της δεκαετίας του ’90, σε μια προσπάθεια του σκηνοθέτη να μας εντάξει στην πλοκή με μια οπλοποιημένη νοσταλγία, αφήνοντας μας όμως παντού στην οθόνη ξεκάθαρα στοιχεία πως όλα θα αλλάξουν σύντομα.

Από ένταση και πρωτοτυπία η ταινία σκίζει, παρουσιάζοντας μια εναλλακτική σκοπιά για τον τρόμο και τολμώντας να μπλέξει το χόρρορ στοιχείο μαζί με… χαζομάρα και ένταση. Όχι, δεν αστειεύομαι, η λέξη “χαζομάρα” εκφράζει απόλυτα το βάιμπ που παίρνει ο θεατής και η χροιά της φωνής του Μπάντι (από τον εκπληκτικό Κίγκαν Μάικλ Κι) σφραγίζει ένα πρωτόγνωρο αίσθημα κατά την θέαση.

Πότε ήταν η τελευταία φορά που γέλασες με μια ταινία τρόμου; Όχι από το χιούμορ της, αλλά, κυρίως, από τον τρόπο που επιλέγει να σου διηγηθεί την ιστορία ο δημιουργός της, που σε ξενίζει, αλλά, ταυτόχρονα σε μαγνητίζει. Μονίμως περιμένεις μια κλιμάκωση, μια ανατροπή. Παράλληλα πιάνεις τον εαυτό σου να χαλαρώνει και να σφίγγεται, απορώντας “Τι γίνεται εδώ ρε;”. 

Η όλη προσπάθεια βασίζεται στην αρχική απορία που, σχεδόν όλοι μας, είχαμε, όταν βλέπαμε τέτοια παιδικά σόου. “Τι συμβαίνει όταν κλείνουν οι κάμερες;”. 

Στο σύμπαν του Μπάντι τα πάντα μπορούν να γίνουν εύκολα φρικιαστικά και βίαια, με την ψυχολογία του μεγάλου “κακού” μονόκερου να είναι κάτι παραπάνω από εύθραυστη, από τα πρώτα λεπτά.

Στα αρνητικά της ταινίας, το όλο κόνσεπτ γίνεται γρήγορα μονότονο και ως την στιγμή της ανατροπής ο θεατής έχει ήδη μπει στο νόημα και ο πήχης των προσδοκιών του είναι στα ύψη. Όχι όμως και η κλιμάκωση…

Η ταινία παίρνει την πρωτότυπη ιδέα και εκτέλεση της και, δυστυχώς δεν την πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα, με την αγωνία να μην μένει σε υψηλά επίπεδα και την ένταση να πεθαίνει σημαντικά σε αρκετά σημεία της ιστορίας. Κάπου “τρουπώνει” και το μεταφυσικό στοιχείο και έπειτα επιστρέφουμε πάλι στον παραλογισμό. Ίσως εδώ να τα μπέρδεψαν λίγο οι υπεύθυνοι και δεν ήξεραν τι να πρωτοδιαλέξουν.

Παρακάτω ακολουθούν μερικά SPOILERS, επομένως διαβάζεις με δική σου ευθύνη, είτε πηγαίνεις στο τέλος του κειμένου για τις έξτρα πληροφορίες. 

Η ιστορία αρχίζει και τρέχει όταν πλέον ο θεατής έχει βεβαιωθεί πως κάτι πάει τελείως λάθος με τον Μπάντι και τα παιδάκια που βρίσκονται στο σύμπαν του. Ένα από τα οποία αποφασίζει να σταματήσει να χαμογελάει και να κάνει ότι λέει το σενάριο και πληρώνει το τίμημα αυτής του της επανάστασης με πολύ σκληρό τρόπο. Βία και αρκετό γκορ στοιχείο, σε ένα σημείο όμως, που, δυστυχώς, είναι αρκετά αναμενόμενο και, οριακά, αχρείαστο. Ένα από τα αρνητικά της ταινίας είναι πως αργεί σημαντικά να πάρει αποφάσεις για τις ανατροπές της και ο θεατής μαντεύει τα περισσότερα.

Κάπου λίγο πριν τα μισά της η ταινία παίρνει “ρεπό” και μεταφερόμαστε στον “πραγματικό κόσμο”, όπου η Κριστίν Μιλιότι ζει με την οικογένεια της. Εκεί γίνονται ενδιαφέροντα πραγματάκια και μπαίνει για πρώτη φορά το μεταφυσικό στοιχείο, που μας συνδέει με το σύμπαν του Μπάντι. Δυστυχώς όμως το μοντάζ και η σκηνοθεσία μένουν σε απλά επίπεδα και δεν χτίζεται ο τρόμος που θα χωρούσε. Ήθελα περισσότερη αγωνία για την ανακάλυψη της πρωταγωνίστριας μας. Αντ’ αυτού ένα άβολο πλάνο με μια τηλεόραση, που μετατρέπεται σε “γέφυρα” για το “πλατό” του Buddy…

Μεχ…

Ήθελα κάτι παραπάνω γενικά. Δεν εντυπωσιάστηκα, όχι γιατί δεν ήταν αρκετά καλή προσπάθεια, αλλά γιατί οι προσδοκίες μου ανέβαιναν συνεχώς.

Η όλη δράση, στη συνέχεια της ταινίας, δε θα έλεγα πως απογειώνεται ιδιαίτερα, σώζεται βέβαια κάπου στο τέλος, με μηνύματα για το αντίο στην νοσταλγία και την αθωότητα και με αρκετή βία στα μούτρα του θεατή.

Έι φορ έφορτ όμως! Εξαιρετική προσπάθεια σε γενικές γραμμές.

Παίζουν:

(Kαι χορεύουν, τραγουδούν, μαθαίνουν! Ω Μπάντι, σε αγαπάμε. Έλα ‘δω χνουδωτή μηχανή των σκοτωμών!)

Κίγκαν Μάικλ Κι: ή αλλιώς αυτός από τα σκετσάκια με τον Τζόρνταν Πιλ. Θα τον ήθελα λίγο πιο “σάικο” ως φωνή, αλλά κάνει εξαιρετική δουλειά.

Κριστίν Μιλότι: ή αλλιώς, εκείνη που έκλεψε τον Τεντ Μόσμπι από την Ρόμπεν. Δε θα της το συγχωρήσουμε ποτέ! Της άξιζε το τέλος που είχ… εεεεε δηλαδή εννοώ, καλούτσικη ήταν και στην ταινία μας. Εντάξει, δεν λιποθυμώ…

Mάικλ Σάνον: ή αλλιώς… ο “αυτός μωρέ! Που παίζει στο…”. Αρκετά καλός, δίνει την φωνή του σε μια μαριονέτα.

Τόφερ Γκρέις: ή αλλιώς, αχ δόλιε σύζυγε, έμπλεξες σε περίεργη οικογένεια.

Α! Παίζουν και κάτι παιδάκια. 

Διάρκεια τανίας: Θα μπορούσε να κρατάει περισσότερο. Δεν κουράζει. (1:35:00)

Πλατφόρμα: Amazon Video και Apple TV. Απλά μην τρως όταν την δεις…

Trailer: