Οι δύο ταινίες που απαγορεύτηκαν στους ελληνικούς κινηματογράφους
Βρείτε μας στο

Μπορεί να μην είμαστε Ρωσία ή Κίνα, αλλά στο παρελθόν μας έχουμε περάσει στιγμές που η λογοκρισία πήγαινε σύννεφο. Δεν είναι μόνο σε περιόδους απολυταρχικών καθεστώτων, όπως επί Χούντας. Είναι και εν καιρώ δημοκρατίας. Η Ελλάδα δεν είναι μια αγορά που συνηθίζει να κατεβάσει έργα και να μην προβάλλει ταινίες στις αίθουσες, ό,τι περιεχόμενο κι αν έχουν. Γι΄αυτό και δεν θα βρεις πολλές περιπτώσεις ταινιών που απαγορεύτηκαν. Είναι μόλις δύο. Το Ζ του Κώστα Γαβρά που βασίστηκε στο ομώνυμο βιβλίο του Βασίλη Βασιλικού είναι το ένα. Το The Last Temptation of Christ είναι το δεύτερο.

Οι δύο ταινίες απαγορεύτηκαν σε ένα διαφορετικό στάδιο τους. Το μεν Ζ του Γαβρά δεν ήρθε καν στις κινηματογραφικές αίθουσες. Το δε έργο του Σκορτσέζε άντεξε σε μερικές εβδομάδες προβολών μέχρι να το απαγορεύσουν διά της βίας οι φανατικοί και δογματικοί που πάντοτε θα υπάρχουν.

Η περίπτωση του Ζ

Οι δύο ταινίες που απαγορεύτηκαν στους ελληνικούς κινηματογράφους

Ο Γρηγόρης Λαμπράκης είναι ένα πρόσωπο για το οποίο δεν χρειάζονται παραπάνω λόγια να γραφτούν. Όλα έχουν ειπωθεί πάνω από μία φορά. Μια από τις πιο ωραίες και φουλ συμβολικές αποτυπώσεις της δολοφονίας του ήρθε με το βιβλίο του Βασιλικού και εν συνεχεία με την ταινία του Γαβρά. Μια ταινία που αντιμετώπισε πάμπολλα εμπόδια.

Καμία εταιρεία παραγωγής στο εξωτερικό δεν θεωρούσε πως θα αποφέρει εμπορικό κέρδος, καμία ελληνική δεν ήθελε να μπλέξει με τέτοια θεματολογία. Ήταν κάπου το 1967 που ο Γαβράς αποφάσισε να γυρίσει την ταινία με πρωταγωνιστή τον Ιβ Μοντάν. Πρωταγωνιστής των 12 λεπτών. Τόσος ήταν ο ρόλος του σε διάρκεια.

Ο Γαβράς μπόρεσε να βρει συνολικά 380 χιλιάρικα από τη γαλλική ακαδημία σινεμά, από κάτι διανομείς, ενώ το κράτος της Αλγερίας του προσέφερε αφιλοκερδώς σχεδόν τη βοήθεια του για τα γυρίσματα, μιας και τελικά γυρίστηκε εκεί. Μεσολάβησε και ο Περέν, ένας από τους ηθοποιούς, που είχε άκρες στην Αλγερία.

Και οι ίδιοι οι ηθοποιοί έκαναν τεράστιο σκόντο στις απαιτήσεις τους. Είτε κακοπληρωμένοι είτε παντελώς απλήρωτοι. Μόνο η Ειρήνη Παππά ζήτησε να πάρει λεφτά μπροστά. Ο Μοντάν το έκανε χωρίς να πάρει φράγκο. Πήρε όμως πολλά σε επαγγελματικό επίπεδο. Το Ζ ήταν για εκείνον από τις ταινίες που του έμαθαν πως να είναι πραγματικός ηθοποιός.

Στην ταινία υποδύεται τον Ζήτα. Ο λόγος που το όνομα είναι το τελευταίο γράμμα της αλφαβήτου μεταφράζεται με πολλούς τρόπους. Όλοι συνηγορούν στην θέληση του Γαβρά να ενοχλήσει αυτούς που πρέπει, έχοντας παράλληλα επιχειρήματα για να αρνηθεί ότι θέλει κάτι τέτοιο.

Ο Ζήτα είναι καθηγητής πανεπιστημίου. Οδεύει προς μια ομιλία που θα δώσει για την ατομική βόμβα. Έξω από το πανεπιστήμιο όμως του επιτίθενται σωματικά διάφοροι ακροδεξιοί εξτρεμιστές. Πέφτει κάτω αναίσθητος και η αστυνομία που είναι λίγο πιο δίπλα δεν αντιδρά καθόλου. Ο Ζήτα ανακτά τις αισθήσεις του όμως όχι για πολύ. Με το που ξεκινάει η ομιλία του πέφτει νεκρός.

Από κει ξεκινάει η προσπάθεια ενός δημοσιογράφου να ξεσκεπάσει τη συνωμοσία της κυβέρνησης που υπάρχει γύρω από αυτή την επίθεση και τελικά δολοφονία.

Το Ζ ενόχλησε αρκετούς σε πολιτικά πόστα και καθώς κυκλοφόρησε στις αρχές της Επταετίας, δεν υπήρχε περίπτωση να βγει στις αίθουσες. Σημαντικό ρόλο στην απαγόρευση φημολογείται ότι έπαιξε και η CIA ως προς την πίεση προς την  χουντική κυβέρνηση, ενώ και το FBI είχε λάβει φιρμάνι για να παρακολουθεί τον σκηνοθέτη και όσους συμμετείχαν. Ο Μοντάν μάλιστα είχε πει στην εκπομπή του Τζόνι Κάρσον ότι δεν του δίνουν πλέον παραπάνω από 24 ώρες διάρκεια βίζας για τις ΗΠΑ.

Επιπλέον, όταν πήγε να δει την ταινία σε σινεμά στο Χιούστον, παρατήρησε έναν τύπο πίσω του που τον ακολούθησε και κατέγραψε τον αριθμό του οχήματός του. Λίγο αργότερα ο Έντγκαρ Χούβερ, ο θρυλικός ηγέτης του FBI, καθιστούσε σαφές ότι η θέαση του Ζ θα ήταν μια αντιαμερικανική κίνηση. Μη πατριωτική την είπε. Λέγεται κιόλας ότι ορισμένα πλάνα της ταινίας απαγορεύτηκαν. Όπως τα πλάνα με τον πίνακα του Πικάσο με τον άνθρωπο με το γαρύφαλλο. Ή για τα καθ΄ημάς, τον Νίκο Μπελογιάννη.

Ο Τελευταίος Πειρασμός/ The Last Temptation of Christ

Αυτό που συνέβη με την ταινία του Σκορτσέζε δεν έχει προηγούμενο. Έχει όμως αρκετά επόμενα. Το ζήσαμε και το 2012 στο Χυτήριο, το είδαμε και σε μικρότερο βαθμό φέτος με το Jesus Christ Superstar. Και δεν προβλέπεται να μην το ξαναδούμε.

Η κυκλοφορία του Last Temptation of Christ στις αίθουσες το 1988 προκάλεσε πολλά. Όχι μόνο ατομικό μένος από χριστιανοταλιμπάν, αλλά και μια συλλογική σύρραξη έξω από τις αίθουσες και ιδίως αυτές στο κέντρο.

Μαρτυρίες της εποχής λένε ότι εκτός από την έξωθεν ισχυρή παρουσία χριστιανικών οργανώσεων, υπήρξε και μια πιο πονηρή κίνηση. Αρκετοί είχαν αγοράσει εισιτήρια, είχαν κάτσει στη θέση τους και μόλις ξεκίνησε η προβολή, ξεχύθηκαν προς το πανί και το διέλυσαν με μαχαίρια και ψαλίδια.

Τι ήταν αυτό που είχε προκαλέσει το μένος; Μα φυσικά ο πειρασμός του Χριστού πάνω στο σταυρό. Εκεί όπου ο Γουίλιεμ Νταφόε σκέφτεται πως θα ήταν η ζωή του αν είχε παντρευτεί τη Μαρία Μαγδαληνή. Φυσικά κανείς από όσους έκαναν αυτά τα αίσχη δεν έκατσε να ασχοληθεί με το ότι η ταινία έλεγε πως βασιζόταν στο βιβλίο του Καζαντζάκη και όχι στα Ευαγγέλια και τις γραφές. Άρα ο ισχυρισμός για προσβολή χριστιανικού αισθήματος και όσες κατηγορίες ελέχθησαν αργότερα στη δική που έγινε, ήταν αβάσιμες.

Οι δύο ταινίες που απαγορεύτηκαν στους ελληνικούς κινηματογράφους

Παρά το ότι η ταινία προβλήθηκε μετά την επεισοδιακή πρεμιέρα της, με αστυνομία να περιφρουρεί το πανί και τις αίθουσες σε διάφορα σινεμά, εν τέλει κόπηκε. Είχε προλάβει να κόψει 160.000 εισιτήρια, αριθμός πολύ μεγάλος που δικαιολογείται από το ακούσιο πρόμο που έκαναν οι χριστιανοταλιμπάν.

Ενεργό ρόλο στις ύβρεις και τις επιθέσεις είχε παίξει με παρακίνησή του και ο μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, ενώ, αν και στη δίκη δεν υπήρξαν ποτέ ουσιαστικές αποδείξεις και κανείς κατήγορος δεν επιχείρησε να μιλήσει με επιχειρήματα, το δικαστήριο αποφάσισε την απαγόρευση για να κατευνάσει τους βανδάλους.