Στο φαγητό (όπως και σε πολλά ακόμα πράγματα στη ζωή) μπορεί να ξεγελαστείς. Να σου πουν «πήγαινε στο τάδε μαγαζί» και ν’ αποδειχθεί μάπα. Να δεις μια διαφήμιση ή ένα video με το οποίο σου τρέχουν τα σάλια και αντί για κάποιο φοβερό πιάτο, να φας… γλάρο. Να διαβάσεις μια καλή κριτική ή ένα κείμενο σαν αυτό καλή ώρα και εντέλει να σιχτιρίζεις όταν δοκιμάσεις την πρότασή του.
Με όλα λοιπόν μπορείς να είσαι επιφυλακτικός. Τα πάντα μπορούν να προδώσουν την εμπιστοσύνη σου. Τα πάντα εκτός από τη… μύτη σου: Αυτή -όταν μιλάμε για φαΐ- δεν πέφτει ποτέ έξω. Ανακαλύπτει αμέσως την ποιότητα. Και την αφήνεις να σε οδηγήσει με κλειστά μάτια στον εκλεκτό μεζέ.
Είναι ακριβώς η διαδικασία (ή μάλλον η μυσταγωγία) που γίνεται δεκάδες φορές καθημερινά έξω από τον «Σταύρο»: To θρυλικό μπιφτεκοπωλείο της Καλλιθέας!

Δεν έχει σημασία αν πηγαίνεις επί τούτου εκεί ή είσαι απλά περαστικός. Δεν έχει σημασία αν βιάζεσαι ή πας για δουλειά. Δεν έχει καν σημασία αν… πεινάς. Γιατί η ακατανίκητη τσίκνα, το μεθυστικό άρωμα του καλύτερου κατά πολλούς μπιφτεκιού στην Αθήνα σε τραβάει σαν μαγνήτης. Σαν… Σειρήνα που μαγεύει όχι τ’ αυτιά, αλλά τη μύτη και προσεχώς την καταπιόνα σου!
Για περισσότερα από 65 χρόνια το ιστορικό μαγαζάκι προσφέρει μια από τις πιο μερακλίδικες εκδοχές αυτού που λέμε «σουβλάκι». Όχι με γύρο ή καλαμάκι (αν και επίσης μπορείς να βρεις χοιρινά ή κοτόπουλου), όχι κεμπάπ, αλλά μ’ ένα μυθικό χειροποίητο μπιφτεκάκι…

Χωρίς πολλά-πολλά και με λίγα απλά υλικά (που συνοδεύουν και δεν καπελώνουν τη γεύση του πρωταγωνιστή) προσφέρει ένα τυλιχτό που σε στέλνει σαν χρονομηχανή σε άλλες εποχές.
Στην παλιά Αθήνα, όπου μπορούσες να συναντήσεις συχνά τέτοιους θριάμβους της απλότητας ή απευθείας στα παιδικά σου χρόνια και τα νοσταλγικά μπιφτέκια της… μαμάς σου.
Η συνταγή λοιπόν είναι απλή και δεν αλλάζει: Η αφράτη πίτα αγκαλιάζει το αχνιστό και τέλεια καρυκευμένο μπιφτεκάκι. Ντοματούλα, ροδέλες κρεμμύδι και φρεσκοτριμμένος μαϊντανός. Μπόλικο κόκκινο πιπέρι από πάνω.
Και το μεγάλο μυστικό: Το λαδάκι που κρατάει ελαφρώς η πίτα (αλάδωτη να τη φάτε αλλού) σε συνδυασμό με τους χυμούς από το ζουμερό μπιφτέκι δημιουργεί ένα… κοκτέιλ που απογειώνει τη γεύση!
Δεν χρειάζεται να φας δεύτερη μπουκιά για να αστράψουν τα μάτια σου. Δεν είναι καθόλου απίθανο από τη φούρια σου να φας και λίγο… χαρτάκι από το περιτύλιγμα. Και όσο πλησιάζεις προς το τέλος (βέβαιος ότι θα παραγγείλεις κι άλλο), τόσο σου έρχεται στο μυαλό η ερώτηση που συχνά κάνει ο μάστορας στον εκάστοτε πελάτη:
«Είσαι σίγουρος ότι θες μόνο ένα;»