Πνιγμένοι στον βούρκο της υποκρισίας μας

Φταίει η χούντα, η δεξιά και ο Ανδρέας Παπανδρέου. Ίσως και τα 400 χρόνια της τουρκοκρατίας, μην το ξεχνάμε αυτό παιδιά…
Νικόλας Ακτύπης

Γράφει ο Νικόλας Ακτύπης

Χθες τον τίτλο του viral κέρδισε χωρίς να «ιδρώσει» η φωτογραφία που απεικονίζει τον Μανώλη Γλέζο μπροστά στο μνημείο του Πολυτεχνείου. Συνεπήρε τόσο πολύ το internet που κέρδισε εύκολα μια θέση στον τοίχο ανθρώπων που 2-3 μέρες νωρίτερα συνόδευαν μ’ ένα «πού ‘σαι ρε Παπαδόπουλε…» τα οργισμένα status τους για την ανυπαρξία του κράτους μπροστά στις καταστροφές από την κακοκαιρία.

Και αφού με αυτό τον τρόπο μπήκαν στην ίδια πρόταση δικτάτορες και κακοκαιρία, φτάνουμε στην άλλη φωτογραφία που κυκλοφόρησε ευρέως στο διαδίκτυο. Ο διοικητής πρωτευούσης το μακρινό 1937 επιθεωρεί τα έργα κάλυψης του Ιλισού, έργο το οποίο ξεκίνησε επί Μεταξά. Το κείμενο, που αναπαράχθηκε από πολύ κόσμο, συμπληρώνεται από τη διαπίστωση ότι το καταστροφικό έργο συνεχίστηκε τη δεκαετία του ’50, όταν ο Καραμανλής ως νεαρός υπουργός «έχτισε» την Αθήνα. Αν σε αυτά προσθέσεις και τις μόνιμες κραυγές για το γενικό ξεχαρβάλωμα των ‘80s επί ΠΑΣΟΚ, συνθέτεις το παζλ των υπευθύνων στα μάτια του κόσμου για όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα εδώ και περίπου ένα αιώνα. Φταίει η χούντα, η δεξιά και ο Ανδρέας Παπανδρέου. Α, μην το ξεχάσουμε, φταίει και η γενιά του Πολυτεχνείου που «πουλήθηκε» κι έγινε ένα με το σύστημα. Διαπίστωση που συνήθως πάει ασορτί με φωτογραφία της Μαρίας Δαμανάκη.

Περίεργο πράγμα η απόδοση ευθυνών. Δύσκολα βρίσκει κανείς περιπτώσεις που να μην είναι δυνατός ο επιμερισμός της, αλλά να βαραίνει αποκλειστικά μία πλάτη.

Οι πολιτικοί πάντα αποτελούσαν έναν εύκολο στόχο καθώς προσφέρουν με τις συμπεριφορές τους μονίμως την ευκαιρία για ένα βολικό πυρ ομαδόν από την δοκιμαζόμενη από σεισμούς, λιμούς και καταποντισμούς, κοινωνία. Το να πέφτει, πάντως, πάνω τους το ανάθεμα είναι προφανώς σωστό και αναμενόμενο, αλλά το να μένει αποκλειστικά σε αυτούς η ρετσινιά, γελοίο και υποκριτικό.

Και τώρα -κατά παράβαση των κανόνων δημοσιογραφίας- θα μου επιτρέψετε να χρησιμοποιήσω πρώτο πρόσωπο για να διηγηθώ μια ιστορία. Όχι τίποτα σπουδαίο, αλλά ενδεικτικό του τι σημαίνει ευθύνη και πώς εμείς οι ίδιοι τείνουμε να το ξεχνάμε όταν υπάρχει η άνεση μετατόπισής της. Το Γαϊτάνι είναι ένα χωριό στη Ζάκυνθο. Εβρισκόμενο στον κάμπο του νησιού, ήταν πάντα έρμαιο των βροχών και της κακοκαιρίας. Σε τέτοιο βαθμό ώστε πολλούς χειμώνες να μετατρέπεται σε λίμνη. Χωρίς την παραμικρή υπερβολή. Δεν ήταν, μάλιστα, λίγες οι φορές που ακόμη και σμήνη από άγριες πάπιες, χήνες ή νερόκοτες έκαναν εκεί μια στάση στο ταξίδι τους. Φυσικά, το φαινόμενο στα μάτια ενός παιδιού ήταν μοναδικό.

Η βροχή ήταν ένα δώρο Θεού που μετέτρεπε το χωριό σε ντοκιμαντέρ του National Geographic. Αξία ανεκτίμητη…

Η ίδια βροχή γέμιζε και τη στέρνα μας, προσφέροντας το πόσιμο νερό για τους μήνες που έρχονταν. Όμως για τους μεγάλους αυτό το «ανταποδοτικό τέλος» με το οποίο μας αποζημίωνε η κακοκαιρία, δεν αρκούσε για να μετριάσει την οργή τους για τις πλημμύρες που κατάστρεφαν τις σοδειές, έπνιγαν τα οικόσιτα ζώα κι έκαναν χάλια από τις λάσπες τα σπίτια μας. Φυσικά έφταιγε το κράτος που μας είχε αφήσει στο έλεος του Θεού, όπως έλεγαν. Και είχαν, εν μέρει, δίκιο.

Αυτό που δεν έλεγαν, ούτε οι δικοί μου συγγενείς ούτε άλλοι συγχωριανοί, είναι πως ο χείμαρρος που υπήρχε από πάντα δίπλα στα σπίτια μας ποτέ δεν σταμάτησε να παίζει το ρόλο της μικρής χωματερής.

Δυο βήματα απόσταση και μπορούσες να ξεφορτωθείς τα μπάζα, σκουπίδια, κανένα ψόφιο πρόβατο, τα νεογέννητα κουτάβια που δεν ήθελε κανείς και –αν ήσουν πραγματικά αποφασισμένος- ακόμη και τις ακαθαρσίες σου. Σε μια εποχή (τα μέσα της δεκαετίας του ’80) που δεν είχε συνδεθεί το χωριό με την κεντρική αποχέτευση γιατί να ξοδεύεσαι και να φτιάχνεις βόθρους, όταν με έναν σωλήνα έκανες τη δουλειά σου; Περιέργως ποτέ δεν πέρασε από το μυαλό τους πως ίσως η δική τους συμπεριφορά μπορεί με κάποιο τρόπο να συνδέεται με το φαινόμενο του μίνι κατακλυσμού που μας χτύπαγε σαν θεϊκή κατάρα χρόνο παρά χρόνο. Ακόμη και τότε, μετά τις φωνές για την ανεπάρκεια του κρατικού μηχανισμού και τις κραυγές για την εγκατάλειψη, ερχόταν η ώρα της εκμετάλλευσης της νέας κατάστασης. Με ένα κυνηγετικό όπλο επ’ ώμου ο καθένας μπορούσε να εκτελέσει τα αγριοπούλια  που μας είχαν επισκεφθεί και να επιστρέψει με ένα ζευγάρι πάπιες.

Μετά ήταν δουλειά των γυναικών να βρουν σε κάνα τσελεμεντέ μια συνταγή της προκοπής για να τα φάμε και να αποφανθούμε πως τελικά δεν άξιζε τον κόπο. Πιο νόστιμο ήταν το ταπεινό κοτόπουλο.

Η συγκεκριμένη τακτική ερχόταν σαν επιστέγασμα της στάσης που κρατούσαν (και σε μεγάλο βαθμό συνεχίζουν να έχουν) οι άνθρωποι απέναντι τη φύση.

Οι γονείς μας υπήρξαν τα χειρότερα πρότυπα που θα μπορούσαμε να έχουμε. Χρησιμοποιώντας μια φράση που είναι στη μόδα για όλους τους λάθος λόγους, μας μύησαν στην «κουλτούρα του βιασμού» του περιβάλλοντος. Δεν φταίμε εμείς. Φταίει το ρέμα που κυλάει εκεί που θέλαμε να περάσει ο δρόμος. Φταίνε τα δέντρα που φυτρώνουν εκεί που γουστάρουμε να χτίσουμε το σπίτι μας. Φταίνε οι χελώνες καρέτα-καρέτα που γεννάνε εκεί που έρχονται οι τουρίστες μας. Αυτά τα… προκλητικά στοιχεία της φύσης, μας έβγαλαν από τα ρούχα μας καθώς στέκονταν (και στέκονται) εμπόδιο στα εφήμερα σχέδια μας, τα οποία καταστρώνουμε με την αφέλεια ότι ο λογαριασμός θα παραδοθεί πολλές γενιές μετά. Σε τόπο και σε χρόνο μακρινό από τη δική μας ύπαρξη.

Επί ΠΑΣΟΚ κάποια στιγμή μεγάλα μηχανήματα έφτασαν στο χωριό μας.

Δεν έχω την παραμικρή ιδέα αν επρόκειτο για σχέδιο της κυβέρνησης, πρωτοβουλία του νομάρχη ή είχαν πιάσει τα παρακάλια του κοινοτάρχη για κονδύλι της ΕΟΚ, αλλά αυτά τα τέρατα μας επισκέφθηκαν για καλό σκοπό. Άνοιξαν τα χαντάκια, καθάρισαν τους «τράφους», όπως τους λέμε. Βελτίωσαν τη ροή στην κοίτη του χείμαρρου που σταμάτησε να ξεχειλίζει τους χειμώνες και να καταστρέφει τις ζωές μας. Για εμάς τα παιδιά ήταν άθλια εξέλιξη. Τέρμα η λίμνη και ο… υδροβιότοπος. Ίσως να απογοητεύτηκαν και οι κυνηγοί, αλλά όλοι οι υπόλοιποι ανάσαναν ανακουφισμένοι.

Μόλις αναφωνήσαμε «σωθήκαμε», επανήλθαμε στις αγαπημένες μας συνήθειες. Ο χείμαρρος ήταν τόσο κοντά μας για να μένει ανεκμετάλλευτος… Και φυσικά για τις πλημμύρες, που μερικά χρόνια αργότερα έκαναν δυναμικό come back κι έπνιξαν ξανά τα πάντα, έφταιγαν όλοι οι άλλοι εκτός από εμάς που δεν κάναμε τίποτα παραπάνω από το να πετάμε τα σκουπίδια και μαζί τους το μέλλον της δικής μας μικρογραφίας του πλανήτη.