Οι πρώτοι Έλληνες αεροπειρατές στην ιστορία

Στις τόσες και τόσες ελληνικές πρωτιές, στο «τσακ» δεν συμπεριλαμβάνεται και η αεροπειρατεία.
Νικόλας Ακτύπης

Γράφει ο Νικόλας Ακτύπης

Η Ελλάδα του 1948 δεν ήταν και το ιδανικότερο μέρος για να ζει κανείς. Σχεδόν αμέσως μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ακολουθεί ο αιματηρός εμφύλιος. Οι μάχες «βαφτίζονται» «συμμοριτοπόλεμος» και «πόλεμος εναντίον του μοναρχοφασισμού» από τη μία και την άλλη πλευρά, αντίστοιχα, σε αυτό που είναι κοινώς αποδεκτό πως επρόκειτο για την παρθενική σύγκρουση την περίοδο του «Ψυχρού Πολέμου».

Η συγκεκριμένη -καθόλου τιμητική- πρωτιά για τη χώρα συνοδεύεται από άλλη μία, περίπου την ίδια χρονική περίοδο και αφορά σε αεροπειρατεία. Αν και η αλήθεια είναι πως μάλλον ήταν από τις πρώτες καταγεγραμμένες, μεν, αλλά όχι και η πρώτη. Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για γεγονός άμεσα συνδεδεμένο με τις συνθήκες και τις ιδιαιτερότητες μιας από τις πιο ταραχώδεις στιγμές της ελληνικής ιστορίας και συνέβη στις 12 Σεπτεμβρίου 1948. Αν και ουσιαστικά ο πολιτικός προσανατολισμός της Ελλάδας είχε προκαθοριστεί τελεσίδικα με τη Διάσκεψη της Γιάλτας τον Φεβρουάριο του ’45, ο νέος -αδελφοκτόνος- πόλεμος βρισκόταν προ των πυλών. Όταν τελικά ξέσπασε, σχεδόν όλοι κλήθηκαν να πάρουν θέση.

Με όπλο μια… γκαζόζα

Για 6 νεαρούς κομμουνιστές από την Θεσσαλονίκη η επιλογή είναι μονόδρομος. Νιώθοντας το ασφυκτικό περιβάλλον για τους ίδιους και τους ομοϊδεάτες συντρόφους τους, αποφασίζουν να ενωθούν με τις μαχόμενες δυνάμεις του ΔΣΕ με τον μόνο διαθέσιμο τρόπο καθώς οι γραμμές προς τον Γράμμο έχουν από καιρό αποκοπεί. Με μια αεροπειρατεία… Επιβιβάζονται στο αεροπλάνο της ΤΑΕ (πρόδρομος της Ολυμπιακής) και με την απειλή σουγιάδων και μιας σπασμένης… γκαζόζας μπαίνουν στο πιλοτήριο. Συγκυβερνήτης και ασυρματιστής τραυματίζονται και ο κυβερνήτης του αεροσκάφους τύπου Ντακότα υποχρεώνεται να υπακούσει στις εντολές τους για μεταφορά στο Βελιγράδι.

Πανικός στην Αθήνα

Τελικά προσγειώνεται σε μια λωρίδα γης στον ποταμό Αξιό, περίπου 60 χιλιόμετρα από τα Σκόπια. Όταν επιστρέφει στην Ελλάδα, το πλήρωμα τίθεται σε διαθεσιμότητα και για ένα διάστημα προφυλακίζεται, καθώς η πολιτική ηγεσία της εποχής θεωρεί πως δεν έκανε αρκετά προκειμένου να αποτρέψει την αεροπειρατεία. Οι εφημερίδες παρουσιάζουν το γεγονός ως ζωντανή απόδειξη των δεινών του κομμουνισμού και ένα πρόχειρο στρατοδικείο καταδικάζει τους δράστες ερήμην σε θάνατο. Αρκετά από τα συγγενικά τους πρόσωπα θα υποστούν ταλαιπωρίες, φυλακίσεις και διώξεις, χωρίς κανείς να εξετάσει ιδιαίτερα το αν είχαν λάβει γνώση ή όχι των σχεδίων τους. Αλλά τέτοια πράγματα δεν ήταν πρωτοφανή για την τότε Ελλάδα στην οποία η οικογενειακή ευθύνη θεωρούνταν δεδομένη.

Όπως αναμενόταν οι κομμουνιστικές αρχές της πρώην γιουγκοσλαβικής δημοκρατίας προωθούν τους νεαρούς πίσω στην Ελλάδα όπου και ενσωματώνονται στο μέτωπο του Γράμμου. Για δύο από αυτούς (Αχιλλέας Κλετιμλίδης και Σπύρος Χειλμιάδης) ο θάνατος θα έρθει στις μάχες που ακολούθησαν στο Κιλκίς και στην Γιουγκοσλαβία (αν και ο δεύτερος θεωρήθηκε αγνοούμενος) και οι υπόλοιποι μετά το ολοκληρωτικό τέλος του πολέμου και την αναπόφευκτη ήττα, έζησαν για χρόνια σε χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού, βλέποντας τον κόσμο να αλλάζει και να γίνεται (σε Ανατολή και Δύση) πολύ διαφορετικός από εκείνον που ονειρεύονταν όταν έκαναν μια από τις πρώτες αεροπειρατείες στην ιστορία.

Οι έξι που έσπασαν τον «κλοιό»

Εκείνοι οι έξι ήταν νέοι, πολύ νέοι. Κάποιοι από αυτούς μόλις είχαν τελειώσει το εξατάξιο γυμνάσιο. Ήταν ουσιαστικά ακόμη παιδιά, αλλά έζησαν σε συνθήκες που… ευνοούσαν τη «βίαιη» ωρίμανση και ενηλικίωση, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Ο Σπύρος Χειλμιάδης ήταν μόνο 18 ετών. Τα αδέλφια Κουφοδάκη (Αλέξανδρος και Δημήτρης) 21 και 23 αντίστοιχα, ενώ ο Αχιλλέας Κλετιμλίδης μόλις είχε κλείσει τα 19 και ο Γιώργος Κέλας τα 17. Άτυπος αρχηγός τους ήταν ο 18χρονος Αντώνης Βογιάζος. Η ιστορία τους θα γίνει ταινία με τον τίτλο «Κλοιός», σε σκηνοθεσία του Κώστα Κουτσομύτη το 1987.

Θεωρητικά θα μπορούσε ο ίδιος ο Βογιάζος να το είχε κάνει, καθώς κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Σοβιετική Ένωση σπούδασε σκηνοθεσία και έμεινε γνωστός, εκτός από τις τηλεοπτικές δουλειές του, για τη μετάφραση του έργου του Λένιν. Επαναπατρισμένος από τη δεκαετία του ’70 και μακριά από την εικόνα του «αιμοσταγούς νεανία» που έγραφαν οι εφημερίδες, θα εργαστεί επί σειρά ετών στην κρατική ραδιοτηλεόραση.

Έφυγε από τη ζωή το 1992, λίγους μήνες αφότου η Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών και μαζί της το μοντέλο του υπαρκτού σοσιαλισμού (όπως αυτός υλοποιήθηκε) αποτελέσει παρελθόν…