Η τελευταία πτήση του Αλέξανδρου Ωνάση: Το μυστήριο με τα συρματόσχοινα των πηδαλίων που τον οδήγησε στο θάνατο

Η τραγωδία που δρομολόγησε πλήθος θεωριών συνομωσίας, «ζωντανές» ακόμα και σήμερα

Η αμοιβή του 1.000.000 δολαρίων παραμένει σε ισχύ έως σήμερα. Με αυτό το ποσό είχε επικυρήξει ο Αριστοτέλης Ωνάσης τους «δολοφόνους» του μονάκριβου γιου του, Αλέξανδρου, ο οποίος έχασε τη ζωή του σε αεροπορικό δυστύχημα στις 22 Ιανουαρίου του 1973.

Μια εκπαιδευτική πτήση ρουτίνας απέβη μοιραία για τον 25χρονο διάδοχο της οικονομικής αυτοκρατορίας του Έλληνα μεγιστάνα. Η τραγωδία αποδείχτηκε τραύμα ανεπανόρθωτο για τον άνθρωπο που μεσουρανούσε τότε στο παγκόσμιο εφοπλιστικό και επιχειρηματικό στερέωμα.

Στην εσπευσμένη πτήση απ’ τη Νέα Υόρκη στην Ελλάδα, ο Ωνάσης πήρε μαζί του τρεις κορυφαίους Αμερικανούς νευροχειρουργούς. Την ίδια ώρα το γραφείο του στο Λονδίνο ναύλωνε αεροπλάνο με προορισμό την Αθήνα, με μοναδικό επιβάτη τον ξακουστό Άγγλο νευροχειρουργό Άλαν Ρίτσαρντσον.

Ο Αλέξανδρος είχε μεταφερθεί, με βαρείς κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, αρχικά στο νοσοκομείο της αμερικανικής βάσης του Ελληνικού και από εκεί στο ΚΑΤ, σε κωματώδη κατάσταση.

Το μεσημέρι της 23ης Ιανουαρίου οι γιατροί εξέτασαν για τελευταία φορά τον Αλέξανδρο και αργά το απόγευμα ο Αριστοτέλης ενημερώθηκε ότι «δεν υπάρχει καμία ελπίδα ζωής». Λίγα λεπτά αργότερα ο πατέρας έδωσε εντολή στους γιατρούς να βγάλουν τα σωληνάκια για να επέλθει ταχύτερα το αναπόφευκτο.

Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες συνετρίβη το αμφίβιο αεροσκάφος «Piaggio 136» παραμένουν μυστήριο έως και σήμερα. Ο Αριστοτέλης ήταν πεπεισμένος έως το τέλος της ζωής του ότι o γιος του έπεσε θύμα εγκληματικής ενέργειας. Οι θεωρίες συνωμοσίας ενέπλεξαν τη CIA, τη χούντα των συνταγματαρχών, ακόμα και το Σταύρο Νιάρχο.

Ο Αλέξανδρος, που είχε πάθος με τα αεροπλάνα, πέταγε έως τότε με το «Piaggio 136», με κυβερνήτη τον έμπειρο Άγγλο πιλότο Ντόνλορ Μακ Γκρέγκορ. Στα τέλη του ’72 όμως προέκυψε η ανάγκη αντικατάστασης του τελευταίου για λόγους υγείας. Για λογαριασμό του προϊσταμένου του, ο γενικός διευθυντής της εταιρίας Παύλος Ιωαννίδης αναζήτησε, μέσω αγγελιών τον πιλότο που θα έπαιρνε θέση πλάι στον Αλέξανδρο.

«Εκλεκτός» ήταν ο Αμερικανός Ντόναλντ Μακ Κάσκερ, test-pilot του Ναυτικού των ΗΠΑ, που είχε εμπειρία χιλιάδων ωρών πτήσεων. Ούτε μία όμως με «Piaggio». Εκείνη η πτήση στο Ελληνικό είχε προγραμματιστεί για να μάθει ο Μακ Κάσκερ το αεροσκάφος, παρουσία και του Αλέξανδρου και του Μακ Γκρέγκορ.

Μετά τη δοκιμαστική πτήση με το νέο πιλότο, το Piaggio επρόκειτο να προσθαλασσωθεί κοντά στον Πόρο και μετά θα πέταγε στο Σκορπιό για να «δέσει» στη θαλαμηγό «Χριστίνα», που θα έφευγε για Καραϊβική. Γύρω στις 3.00 το μεσημέρι οι τρεις τους μπήκαν στο αεροπλάνο. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, χειριστής ήταν ο Αλέξανδρος Ωνάσης, που καθόταν στη δεξιά πλευρά του πιλοτηρίου, δίπλα του ο Μακ Κάσκερ και πίσω ο Μακ Γκρέγκορ.

Μετά από τροχοδρόμηση λίγων δευτερολέπτων, το αεροπλάνο σηκώθηκε και αμέσως έκλινε προς τα δεξιά, με αποτέλεσμα να χτυπήσει η δεξιά πλευρά του στο έδαφος. «Το αεροπλάνο έσκασε στο διάδρομο και μετά άρχισε, λόγω της αρχικής φοράς, να περιστρέφεται χτυπώντας συνεχώς στο τσιμέντο, μετατρέποντας την άτρακτο σε άμορφη μάζα από σίδερα. Σε μια θανατηφόρο δίνη», κατέθεσε το Μάρτη του ’73 στον ανακριτή ο ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίας Παύλος Ζουλάκης.

Γιατί όμως το αεροπλάνο παρουσίασε αυτή τη μοιραία κλίση σε λίγα μέτρα ύψος; Ποια ήταν η αιτία του τραγικού δυστυχήματος;

Για τους λόγους συντριβής του Piaggio 136 έχουν εκδοθεί τρία «ομοιόμορφα» πορίσματα. Η Επιτροπή Διερευνήσεως Ατυχημάτων της Πολιτικής Αεροπορίας, η Επιτροπή της Πολεμικής Αεροπορίας, και η μελέτη του Βρετανού εμπειρογνώμονα Ανταμ Β. Χάντερ, τον οποίο όρισε η πλευρά του Αριστοτέλη Ωνάση, συνέκλιναν στο ίδιο συμπέρασμα:

Τα συρματόσχοινα των πηδαλίων ήταν δεμένα ανάποδα και όταν ο Αλέξανδρος προσπάθησε να κάνει μια διορθωτική κίνηση, λόγω ενός πλάγιου ανέμου ­ από τη δεξιά πλευρά ­ του αεροσκάφους, αντί να στραφεί προς τα αριστερά, έκανε περαιτέρω δεξιά κλίση και άρχισε η πτώση.

Ποιος όμως είχε δέσει ανάποδα τα συρματόσχοινα; Ποιος έκανε αυτή τη μοιραία παρέμβαση στο ίδιο το αεροπλάνο του γιου του «αφεντικού» τότε της Ολυμπιακής;

Η τελευταία πτήση του αμφίβιου αεροσκάφους, πριν από τη μοιραία της 22ας Ιανουαρίου 1973, είχε γίνει σχεδόν τέσσερις μήνες πριν. Το αεροπλάνο πετούσαν κατά διαστήματα, εκτός του Ωνάση, ο συνεργάτης του Στέφανος Μαγκλάρας και ο Μακ Γκρέγκορ. Τους τελευταίους τέσσερις μήνες όμως ήταν ακινητοποιημένο στη μέση της πίστας του αεροδρομίου.

Στο πλαίσιο της συντήρησης του αεροσκάφους αφαιρέθηκαν στις 15 Νοεμβρίου τα χειριστήρια και τα συρματόσχοινά τους, τα οποία αλλάχθηκαν. Δέκα ημέρες αργότερα, δηλαδή δύο μήνες πριν από τη μοιραία πτήση, έγινε η επανατοποθέτηση των καινούριων. Ήταν άραγε τότε που έγινε το… λάθος;

Ο άνθρωπος που είχε αναλάβει τη σχετική εργασία ήταν ο 46χρονος εμπειρικός μηχανικός της Ολυμπιακής Αεροπορίας Δημήτριος Πιπεράκης. Στο απολογητικό υπόμνημά του εξέφρασε τη βεβαιότητα ότι δεν έκανε καμία εσφαλμένη εργασία και ότι είχε συνδέσει κανονικά τα συρματόσχοινα. Αφήνοντας ταυτόχρονα υπονοούμενα για ενδεχόμενο σαμποτάζ στο Piaggio 136.

Ο Δημήτρης Πιπεράκης έχασε τη ζωή του τον Φεβρουάριο του 1983 σε εργατικό δυστύχημα: κατά την προσπάθεια του να επιδιορθώσει μια βλάβη σε ένα Μπόινγκ 747, έσπασε ένας ιμάντας.

Αυτός δεν ήταν όμως ο τελευταίος έλεγχος στο αμφίβιο αεροπλάνο. Ακολούθησε ένας αντίστοιχος των επισκευών από τους μηχανικούς Ευθύμιο Πασχάλη και Νικόλαο Προνοΐτη, υπό την επίβλεψη του Στέφανου Μαγκλάρα.

Στο απολογητικό υπόμνημά του και ο κ. Πασχάλης έκανε λόγο για εύρυθμη λειτουργία των πηδαλίων, ενώ στην ίδια διαπίστωση κατέληξε και ο αεροναυπηγός Εμμανουήλ Μαυροφόρος, ο οποίος στις 18 Ιανουαρίου εξέδωσε το πιστοποιητικό πλοϊμότητας του Piaggio.

Μεσολάβησαν τέσσερις ημέρες έως την αποφράδα 22α Ιανουαρίου. Η θεωρία της δολιοφθοράς από κάποιον εξωγενή «παράγοντα» θα ήταν εύλογο να τοποθετηθεί χρονικά εντός αυτών των τεσσάρων ημερών. Το γεγονός είναι όμως ότι δεν εμφανίστηκε ποτέ κανείς μάρτυρας που να αναφέρει ότι είδε κάποια περίεργη κίνηση κοντά στο αεροπλάνο του Αλέξανδρου Ωνάση.

Τη βεβαιότητα για την ορθή τοποθέτηση των πηδαλίων είχε εκφράσει και ο 26χρονος τότε μηχανικός Νικόλαος Προνοΐτης. «Μόλις πληροφορηθήκαμε τα περί αντίθετης σύνδεσης των συρματόσχοινων αρχίσαμε να πειραματιζόμαστε στο «αδελφό» αεροπλάνο του Piaggio. Σας πληροφορώ ότι ήταν αδύνατο να συνδέσουμε ανάποδα τα συρματόσχοινα, γιατί αυτά έχουν σταθερό μήκος και όταν επιχειρήσεις να τα περάσεις σταυρωτά και όχι παράλληλα στις τροχαλίες δεν φτάνουν στο μήκος».

Αυτή είναι προφανώς μια μαρτυρία που ευνοεί το σενάριο του σαμποτάζ. Σημαίνει πιθανόν ότι για να συνδεθούν ανάποδα τα συρματόσχοινα θα έπρεπε κάποιος να τα «επεκτείνει»…

Ένα ακόμη περίεργο γεγονός είναι ότι μετά το δυστύχημα ο Μακ Κάσκερ εξαφανίστηκε από προσώπου Γης. Τόσο αυτός, όσο και ο Μακ Γκρέγκορ βγήκαν από το αεροσκάφος μετά τη σύγκρουση με μερικά κατάγματα.

Ο Μακ Κάσκερ δεν μίλησε ποτέ για την υπόθεση. Επέστρεψε στις ΗΠΑ και έκτοτε δεν έχει δώσει σημεία ζωής. Μοναδική «παρουσία» του το απολογητικό υπόμνημα που απέστειλε τον Ιούνιο του 1973 στον ανακριτή, όπου αρνείτο οποιαδήποτε κατηγορία για «πλημμελή έλεγχο των χειριστηρίων του αεροσκάφους».

Η απουσία του Αμερικανού πιλότου ήταν ένας από τους βασικούς λόγους που η δική πήρε διαδοχικές αναβολές και εν τέλει πραγματοποιήθηκε σχεδόν πέντε χρόνια αργότερα μετά το συμβάν, το Νοέμβρη του ’77. Κατηγορούμενοι ήταν επτά μηχανικοί της Ολυμπιακής και ο «φαντομάς» Μακ Κάσκερ.

Αίσθηση προκάλεσε τότε ο ισχυρισμός ενός εκ των δικηγόρων των κατηγορούμενων. Σύμφωνα με αυτόν η σύγκρουση προήλθε από λάθος του (κουρασμένου από το πολύωρο ταξίδι από τις ΗΠΑ προς την Αθήνα) Μακ Κάσκερ. Ο δικηγόρος υποστήριξε ότι κυβερνήτης του αεροσκάφους ήταν ο Αμερικανός, ο οποίος αγνοώντας τις ιδιαιτερότητες του αεροσκάφους, σήκωσε, αντί των μοχλών του τροχού, τον μοχλό των πτερυγίων του αεροπλάνου, με αποτέλεσμα την απότομη κλίση του αεροσκάφους.

Παράλληλα, ένας από τους μηχανικούς της Ολυμπιακής, που ήταν παρών στη διαδικασία της απογείωσης, εκτίμησε ότι «μόνο ο Μακ Κάσκερ ήξερε τι πραγματικά συνέβη εκείνες τις λίγες στιγμές στον αέρα. Μόνο αυτός ξέρει γιατί σκοτώθηκε ο Αλέξανδρος».

Οι αντιφάσεις των μαρτυριών τροφοδοτούν τα ερωτήματα. Γιατί η πλευρά των κατηγορούμενων άφηνε σαφείς υπόνοιες ότι η σύγκρουση ήταν αποτέλεσμα εσφαλμένων χειρισμών του Μακ Κάσκερ, τη στιγμή που ο πρόεδρος της Επιτροπής της Πολεμικής Αεροπορίας, που διερεύνησε τις συνθήκες του δυστυχήματος απέκλειε ένα τέτοιο ενδεχόμενο;

«Είναι αναμφισβήτητο και από όλα τα ευρήματα προκύπτει ότι το δυστύχημα οφείλεται στην αντίθετον σύνδεση των συρματόσχοινων των πηδαλίων. Αυτό είναι πασιφανές. Δεν υπάρχει κανένα σφάλμα των πιλότων στη διάρκεια της πτήσης», είχε καταθέσει ο Μιχάλης Τσιγκρής.

Το δικαστήριο προχώρησε στην αθώωση όλων των κατηγορουμένων, αφού δημιουργήθηκε σειρά καθοριστικών αμφιβολιών για την ευθύνη και ασφαλώς τον ενδεχόμενο δόλο τους.

Πέραν των σεναρίων για τις συνθήκες του δυστυχήματος, εκδηλώθηκε από κάποιους και η (τραβηγμένη φαινομενικά) θεωρία ότι ο θάνατος του Αλέξανδρου δεν οφείλονταν καν στην πτώση του αεροπλάνου.

Αιτία το θανατηφόρο τραύμα που είχε το θύμα στην κορυφή της κεφαλής. Ο Γρηγόρης Κουρής, στενός συνεργάτης του Αλέξανδρου που είχε μιλήσει το 1999 στο «Βήμα» ,είχε σημειώσει χαρακτηριστικά ότι «το τραύμα αυτό δεν δικαιολογείται από τον τρόπο της πτώσης του αεροσκάφους στη δεξιά πλευρά».

Κάποιοι μάλιστα συγγραφείς που έχουν ασχοληθεί με τη ζωή του Αριστοτέλη Ωνάση έχουν προχωρήσει στην εκτίμηση ότι «ο Αλέξανδρος ξυλοκοπήθηκε στο νοσοκομείο της βάσης του Ελληνικού». Χωρίς βέβαια να επικαλεστούν κάποια αποδεικτικά στοιχεία.

Τις συνθήκες θανάτου του Αλέξανδρου άρχισαν να διερευνούν οικειοθελώς κάποιοι ιδιωτικοί αστυνομικοί, με στόχο βέβαια να εισπράξουν το ποσό της επικήρυξης. Ένας εξ αυτών, ο Δημήτρης Χαλκιαδάκης, σκοτώθηκε σε τροχαίο δυστύχημα στις 17 Απριλίου 1975, όταν έπεσε από μια γέφυρα στο ύψος των Καμένων Βούρλων.

Λίγες ημέρες πριν είχε υποστηρίξει σε συνεντεύξεις του ότι «διέθετε σειρά στοιχείων για τον θάνατο του Αλέξανδρου». Χρόνια μετά η σύζυγος του επέμενε πως εκείνος «βρισκόταν όντως κοντά στην εξιχνίαση της υπόθεσης, ενώ τα ντοκουμέντα που διέθετε χάθηκαν από τον τόπο του δυστυχήματος», σημειώνοντας επίσης ότι το δυστύχημα δεν ήταν διόλου «τυχαίο».

Αν όντως επρόκειτο για απόπειρα δολοφονίας κατά του Αλέξανδρου, πιθανότατα δεν ήταν η πρώτη. Έναν χρόνο πριν, στις 18 Φεβρουαρίου του 1972 το οικογενειακό λίαρ τζετ του Ωνάση, συνετρίβη στη θαλάσσια περιοχή της Νίκαιας, με αποτέλεσμα τον θάνατο των δύο πιλότων. Ήταν οι αδελφοί Γιώργος και Δημήτρης Κουρής, δύο κυβερνήτες της Ολυμπιακής Αεροπλοΐας, που ετύγχαναν της απολύτου εμπιστοσύνης και εκτίμησης του Αριστοτέλη Ωνάση.

Το λίαρ τζετ αναχώρησε το μεσημέρι της ίδιας ημέρας από την Αθήνα με προορισμό τη Νίκαια, όπου θα παρελάμβανε τον Αλέξανδρο για να τον μεταφέρει στο Παρίσι. Η αναχώρηση του αεροσκάφους από την Αθήνα καθυστέρησε όμως γιατί χρησιμοποιήθηκε για μια φωτογράφηση μόδας στο αεροδρόμιο του Ελληνικού. Όλες οι ενδείξεις οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι οι δολιοφθορείς είχαν ως στόχο τον Αλέξανδρο. Και απ’ ότι φαίνεται, αυτή η καθυστέρηση ήταν καθοριστική για τα σχέδια τους.

Το αεροσκάφος κατέπεσε μερικά μίλια ανοικτά των ακτών της Νίκαιας, χωρίς ως σήμερα να έχει εκδοθεί από τις γαλλικές αρχές ένα πόρισμα για τους λόγους της πτώσης του. Μερικά τμήματα της ατράκτου που ανασύρθηκαν από τη θάλασσα είχαν ορισμένες σχισμές με φορά προς τα έξω, σαν να είχε γίνει έκρηξη στο εσωτερικό του αεροπλάνου.

Το ενδεχόμενο να υπήρχε ένας ωρολογιακός εκρηκτικός μηχανισμός που είχε προγραμματισθεί να εκραγεί όταν θα είχε επιβιβασθεί ο Αλέξανδρος, φαίνονταν ως το πιο πιθανό σενάριο, σύμφωνα με τον αδελφό των δύο άτυχων κυβερνητών – επίσης πιλότου – Γρηγόρη Κουρή.

Ο Αριστοτέλης Ωνάσης ήταν ένας άνθρωπος με μεγάλη επιρροή στην παγκόσμια οικονομία, που είχε δημιουργήσει επιστήθιους φίλους, αλλά και άσπονδους εχθρούς.

Ένας πρώην πράκτορας της CIA, ονόματι Ρόμπερτ Μέιχιου, είχε αναφέρει στο βιβλίο του σειρά στοιχείων περί της «δυσαρέσκειας» της κυβέρνησης των ΗΠΑ για τις συμφωνίες του Έλληνα μεγιστάνα με τον βασιλιά της Σαουδικής Αραβίας Σαούντ για τη μεταφορά πετρελαίου με τα δικά του δεξαμενόπλοια. Καταγραφόταν επιπλέον και η ενόχληση του Λευκού Οίκου για το επίμονο φλερτ του Ωνάση, από το 1963 κιόλας (όταν ακόμα ο JFK ήταν εν ζωή), με τη μετέπειτα σύζυγό του, Τζάκι Κένεντι.

Αν κάποιος είχε σκοπό και πέτυχε να δολοφονήσει τον Αλέξανδρο για να βγάλει από τη μέση τον Αριστοτέλη, το βέβαιο είναι ότι το πέτυχε. Ο πατέρας είχε εκπεφρασμένα τεράστια αδυναμία στον γιο και δεν συνήλθε ποτέ μετά το θάνατό του.

Μόλις δύο χρόνια αργότερα, μαραζωμένος από την απώλεια και χτυπημένος από τη σπάνια μυασθένεια Gravis, άφησε την τελευταία πνοή του στο Παρίσι. Κινώντας να συναντήσει τον μοναχογιό του στον οικογενειακό τους τάφο στο Σκορπιό.

Πηγές: Το Βήμα, Καθημερινή, mixanitouxronou.gr