«Χρειάζεται να ζεις το θάνατό σου»: Η μέρα που ο «Μπαγάσας» της ελληνικής μουσικής λύγισε

«Χρειάζεται να ζεις το θάνατό σου»: Η μέρα που ο «Μπαγάσας» της ελληνικής μουσικής λύγισε
Το μέρος εδώ δεν τον χωρούσε, δεν μπόρεσε να προσαρμοστεί ποτέ...

Η ιστορία του ήταν όμορφη και ρομαντική. Και ταυτόχρονα άρρωστη και εφιαλτική. Το αν θα σε γοήτευε ή θα σε ψυχοπλάκωνε είχε να κάνει με την οπτική γωνία που θα την κοιτούσες. Σίγουρα για τον ίδιο πάντως, οι αντιφάσεις αυτές στην προσωπική του διαδρομή υπήρξαν ήταν ένας τεράστιος Γολγοθάς.

Για τον Νικόλα Άσιμο, η δεκαετία του ’80 ήταν μια μεγάλη, έντονη και μαγική στιγμή. Σαν μια εφηβεία που ξεκινάει με τις πιο άγριες διαθέσεις και σβήνει σταδιακά όσο πλησιάζει κατά πάνω της απειλητικά η ενηλικίωση. Μόνο που για τον Άσιμο, η ενηλικίωση δεν ήρθε ποτέ.

Στα Εξάρχεια όπου έζησε και κινήθηκε το μεγαλύτερο κομμάτι της ζωής του, οι αφηγήσεις για αυτόν δίνουν και παίρνουν. Δεν είναι φυσικά ομοιόμορφες. Οι περισσότεροι τον συμπαθούν και τον θαυμάζουν.

Άλλοι πάλι -λιγότεροι είναι η αλήθεια- δεν τον πάνε καθόλου. Όλοι όμως συμφωνούν: ο Άσιμος υπήρξε ο πρώτος DIY καλλιτέχνης σε μια εποχή που το DIY δεν υπήρχε καν σαν έννοια.

Τρομακτικό ταλέντο όσον αφορά τη μουσική και μεγάλος ποιητής όσον αφορά τους στίχους, ο Άσιμος κυκλοφόρησε περίπου εφτά παράνομες κασέτες την χρυσή δημιουργική του περίοδο, που αντέγραφε και πουλούσε μόνος του.

Έστηνε τον πάγκο του κατά περιόδους σε διαφορετικά σημεία των Εξαρχείων, άλλοτε στο Πολυτεχνείο, άλλοτε στην πλατεία, άλλοτε κάπου αλλού και πουλούσε τις κασέτες με τις ηχογραφήσεις των τραγουδιών. Και κάπως έτσι, από στόμα σε στόμα και από χέρι σε χέρι, ο Άσιμος έγινε ένας cult μύθος.

«Χρειάζεται να ζεις το θάνατό σου»: Η μέρα που ο «Μπαγάσας» της ελληνικής μουσικής λύγισε

Οι συναυλίες του, αντίστοιχα θρυλικές, πραγματοποιούνταν σε κλειστούς κύκλους, γινόντουσαν γνωστές από στόμα σε στόμα επίσης και ο ίδιος τις έκανε έξω από τα σπίτια που κατά καιρούς έμενε και τα οποία χρησίμευαν και σαν στούντιο.

Η ανακάλυψή του από τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου και η συνεργασία του με δισκογραφικές εταιρία μπορεί να τον έβαλαν στους κόλπους της επαγγελματικής μουσικής αλλά ποτέ δεν άλλαξαν τη ψυχοσύνθεσή του.

Απλά τον έκαναν πιο αυτοσαρκαστικό: «Με πείσανε να γίνω ρεβιζιονιστής και να γυρίσω δίσκο», έγραφε.

Όμως ο Άσιμος είχε και την άλλη του πλευρά. Μανιοκαταθλιπτικός και γεμάτος αλλαγές στη ψυχολογία του, ακροβατούσε ανάμεσα στον κανονικό και τον φαντασιακό του κόσμο πολύ συχνά.

Ίσως ήταν αυτή η ακροβασία που τον έκανε αριστουργηματικό και εμπνευσμένο στις συνθέσεις του ωστόσο δεν αναιρούσε την ουσία: ο Άσιμος ήταν, κατά περιόδους, ένας επικίνδυνος άνθρωπος με ξαφνικές και έντονες εξάρσεις βίας.

Αυτός ήταν και ο λόγος που πολλοί δεν τον συμπαθούσαν. Οι παλιοί των Εξαρχείων είχαν να λένε πως αν καμιά μπάντα ή κάποιος τραγουδιστής τολμούσε να αντιγράψει τη μέθοδο του με τις κασέτες, ο Άσιμος έκανε επίθεση.

Όταν μπήκε για πρώτη φορά σε ίδρυμα, η αντίστροφη μέτρηση για τον Άσιμο είχε ξεκινήσει. Λίγα χρόνια μετά, κατηγορήθηκε από μια νεαρή φοιτήτρια για βιασμό και τα πράγματα «σκοτείνιασαν» υπερβολικά. Ο ίδιος αποφυλακίστηκε με χρηματική εγγύηση αλλά το σοκ της καταγγελίας δεν ξεπεράστηκε ποτέ.

Το ιστορία αυτη τον στιγμάτισε και αποτέλεσε την αρχή του τέλους. Η κατηγορία του βιαστή ήταν ασήκωτο βάρος για τον ίδιο και όταν αφέθηκε ελεύθερος και επέστρεψε του στα Εξάρχεια, τα πάντα είχαν αλλάξει. Οι παλιοί του φίλοι και συνεργάτες είχαν αρχίσει να απομακρύνονται, στο τέλος είχε μείνει εντελώς μόνος.

Ένας από τους λίγους ανθρώπους που έμεινε μαζί του μέχρι το τέλος, ήταν ο σκηνοθέτης Νίκος Ζερβός.

Την ημέρα που ο Άσιμος αποφάσισε να βάλει τέλος στη ζωή του, πήρε τηλέφωνο τον Ζερβό και τον αποχαιρέτισε. Ο τελευταίος δεν κατάλαβε πως αυτός ο αποχαιρετισμός είχε να κάνει με την επερχόμενη αυτοκτονία του Άσιμου παρά μόνο την επόμενη μέρα, όταν ήρθαν στα αυτιά του τα δυσάρεστα νέα. Ήταν 17 Μαρτίου του 1988 και ο Άσιμος είχε κρεμαστεί.

Ο «Μπαγάσας» την είχε κοπανήσει για τα καλά. Δεν μπόρεσε ποτέ να προσαρμοστεί εδώ άλλωστε…