Τα 5 πιο must στέκια της Αθήνας των 80s

Έγραψαν την ιστορία τους όταν ο πράσινος ήλιος έγραφε τη δική του, αλλάζοντας τη νυχτερινή διασκέδαση στην Αθήνα

Κάποια εποχή έπρεπε να έχεις μπάρμπα (όχι μόνο στην Κορώνη, αλλά και) στη Μεθώνη για να βρεις τραπέζι. Δεν ήταν μαγαζιά, αλλά «ναοί» συνωστισμού και αγρυπνίας.

Έγραψαν την ιστορία τους όταν ο πράσινος ήλιος έγραφε τη δική του στη χώρα (και φώτιζε τους θιασώτες του greek dream), αλλάζοντας τη νυχτερινή διασκέδαση στην Αθήνα.

Ήταν ο ορισμός του must στην εποχή τους και όταν μιλάμε για 80’s αναφερόμαστε σε δεκαετία που γινόσουν σαρδέλα τη νύχτα και τις καθημερινές.

ΑΥΤΟΚΙΝΗΣΗ

Τον καιρό που ο Ανδρέας μετέτρεπε τις προεκλογικές συγκεντρώσεις σε ορδές συνωστισμένων ορθίων, ο Μάκης Σαλιάρης σύστηνε τι σημαίνει ορθάδικο στη διασκέδαση. Πριν από τη θρυλική «Αυτοκίνηση» ο κόσμος διασκέδαζε καθιστός τις νύχτες. Μετά από αυτήν τίποτα δεν θα ήταν το ίδιο.

Το ομώνυμο κατάστημα εμπορίας αυτοκινήτων στην Κηφισίας μετατράπηκε σε club υψηλής αισθητικής – ένα χωνευτήρι ανθρώπων κάθε βαλάντιου και ηλικίας. Το πάντρεμα διαφορετικών μουσικών ειδών και η πρωτοποριακή «διπρόσωπη» (κυκλική) μπάρα, που ευνοούσε το ατελείωτο φλερτ ήταν το προφανές και κρυφό αντίστοιχα ατού για ένα μαγαζί που έφτασε να κάνει βράδια Δευτέρας όσες εισπράξεις και στο Σάββατο.

Η πολυσυλλεκτικότητα του χώρου ήταν παραγγελιά του ίδιου, του συγχωρεμένου, του Σαλιάρη. «Να μου βάζετε τον πλούσιο δίπλα, όχι σε κάποιον αντίστοιχο, αλλά στον πιτσιρικά με το βερμουτάκι», ήταν η αφ’ υψηλού οδηγία στο πιο in νυχτερινό μαγαζί των 80’s.

ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ

Ο δεύτερος «ναός» στη χρυσή εποχή του αθηναϊκού clubbing. Το 1982, ο Τάσος Μελετόπουλος μαζί με τον αδερφό του Σπύρο αποφασίζουν να μετατρέψουν το παλιό Εργοστάσιο ξυλείας του πατέρα τους σε club.

Χώρος αχανής και πρωτοποριακός ως βιομηχανικός, μάζευε μιλούνια νέους και νέες, που ήθελαν την «Αυτοκίνηση» των νότιων προαστίων, κάτι διαφορετικό από τα καθιερωμένα.

Τα πάρτι που έλαβαν χώρα εκεί υπήρξαν ιστορικά, όπως και οι ουρές που έφταναν μέχρι τη Βουλιαγμένης. Το καλοκαίρι μετακόμιζε κοντά στο τότε αεροδρόμιο του Ελληνικού.

 

BARBARELLA

Πρόκειται για την «τελευταία καθαρόαιμη ντίσκο της Αθήνας». Άντεξε από τις αρχές των ‘80s μέχρι τα μέσα των ‘90s, όταν όλες οι υπόλοιπες είχαν πια κλείσει. Έδρα της η Λεωφόρου Συγγρού, στο κτίριο όπου τώρα στεγάζεται το προξενείο της Αιθιοπίας.

Χαρακτηριστική της εν λόγω ντισκοτέκ ήταν η μεγάλη πίστα -μεγέθους 120 τ.μ.-, όπου κόσμος από κάθε σημείο της Αθήνας έγραψε τα δικά του χιλιόμετρα με… αεροπλανικές φιγούρες υπό τους ήχους των θρυλικών 80s.

Η Barbarella είχε όλα αυτά που πρέπει να έχει μια ντίσκο της εποχής που σέβεται τον εαυτό της. Ντισκομπάλα, φώτα νέον, αμέτρητα και πολύχρωμα φωτορυθμικά, καθρέφτες, καπνούς, λέιζερ, μπουρμπουλήθρες και φυσικά θαμώνες με φράντζες, βάτες, λαμέ ρούχα και πολύχρωμα πουκάμισα.

Αξιομνημόνευτοι είναι οι διαγωνισμοί χορού που πραγματοποιούνταν με κριτές τους σταρ της δεκαετίας Στάθη Ψάλτη, Πάνο Μιχαλόπουλο, Σταμάτη Γαρδέλη (!), ενώ εκτός από disco άκουγες rock και pop επιτυχίες της εποχής. Εκεί είχαν γυριστεί αρκετές σκηνές για ταινίες με πρωταγωνιστές τους προαναφερόμενους, αλλά και κάποια video clip.

Η Barbarella έκλεισε το 1994, άνοιξε όμως ξανά το 2014 σε ένα χώρο κοντά στην original Barbarella. Οι καιροί βέβαια έχουν αλλάξει και ανοίγει πια τις πόρτες της με έκτακτα events περίπου μία φορά το δίμηνο. Λιγότερο τακτικά, αλλά πάντα ξέφρενα για τη διοργάνωση θεματικών πάρτι.

 

ΔΕΙΛΙΝΑ

Από τα 4 θρυλικά μπουζούκια της αθηναϊκής νύχτας (Δειλινά, Νεράιδα, Φαντασία, Αστέρια), εκείνο που έζησε τις μεγαλύτερες πιένες στα 80’s (τα άλλα τρία έπιασαν ταβάνι τη δεκαετία του ’70 ή του ’90) ήταν το πρώτο. Ο λόγος για αυτό ήταν ο Στράτος Διονυσίου, ο οποίος (μαζί με τον Τσοβόλα) έδωσαν άλλη διάσταση στο προσκύνημα, μετά μουσικής και σπασμένων πιάτων.

Το κέντρο ονοματοδοτήθηκε από το ομώνυμο τραγούδι της Βίκυς Μοσχολιού, η οποία το 1966 «μετακόμισε» σε αυτό ύστερα από 2,5 χρόνια εμφανίσεων στα «Ξημερώματα» με τον Γιώργο Ζαμπέτα.

Το μαγαζί είχε ανοίξει στα Πατήσια, κοντά στην Πλατεία Κολιάτσου, επί των οδών Κέας & Ταϋγέτου, αλλά στις αρχές του 1970 μετεστεγάστηκε στη Γλυφάδα. Τα πρώτα χρόνια τα δύο κέντρα λειτούργησαν παράλληλα, με το πρώτο να μετονομάζεται σε «Παλιά Δειλινά» και το δεύτερο σε «Νέα».

Πολλά μεγάλα ονόματα (Πάριος, Αλεξίου, Νταλάρας) πέρασαν ως rookies από εκεί τη δεκαετία του ’70 στο πλευρό του Διονυσίου, αλλά η απογείωση έγινε στα 80’s με την ευγενική χορηγία των… πακέτων Ντελόρ. Τότε που χρειαζόσουν μπάρμπα στην… Κλαδική για να βρεις τραπέζι μπροστά στον αείμνηστο ερμηνευτή.

 

DECADENCE

Οι μεγαλύτεροι θυμούνται το νεοκλασικό σπίτι στο Λόφο του Στρέφη ως ένα από τα πρώτα μπαρ στην Αθήνα. Ένα ήσυχο και ανήσυχο μέρος, με μουσική από 60s μέχρι 80s και πελάτες από τον Λέοναρντ Κοέν (όταν ήταν καθ’ οδόν για την Ύδρα) έως τον Αλέξανδρο Γιωτόπουλο της 17η Νοέμβρη!

Ήταν ένας χώρος διαφορετικός, με μια καινοτόμα παρακμιακή αισθητική που το καθιστούσε τον ατμοσφαιρικό και οικείο. Η κουλτούρα του επηρεασμένη ξεκάθαρα από το όνομα του. Ένα καλλιτεχνικό ρεύμα παρακμής, απελευθερωμένο από πολιτικοποιήσεις και διδακτισμούς. Μποεμισμός με στοιχεία υπερβολής.

Έβλεπες πίνακες του Δημήτρη Αληθεινού, μια ραπτομηχανή, ποδήλατα να κρέμονται από το ταβάνι και άλλα απρόοπτα. Δίπλα στο μπαρ ξεχώριζες ένα πανό που έγραφε, «ΜΗ ΚΟΙΜΑΣΤΕ ΣΤΙΣ ΕΠΑΛΞΕΙΣ» και σε μία από τις αφίσες διέκρινες το «ΕΠΕΙΔΗ Η ΠΑΡΑΚΜΗ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ».

Άνοιξε το 1978 ως καλλιτεχνικό στέκι και άλλαξε πολλά χέρια και διαφορετικά target group (κάποια στιγμή έγινε στέκι τραβεστί), έως ότου καταλήξει ο πιο alternative χώρος της Αθήνας, όπου συναντούσες από καθαρόαιμα φρικιά έως τους αδελφούς Κατσιμίχα.

Η νέα εποχή του Decadence ξεκίνησε το ’90, όταν η ομάδα «Ακροβάτες Νέας Εποχής» πήρε τα ηνία και το καθιέρωσε ως ένα μέρος όπου μπορούν να συμβούν τα πάντα. Λειτουργούσε σαν χώρος ανεξάρτητης μουσικής σκηνής, με συναυλίες και πάρτι (ακόμα και βραδιές ποίησης).

Η μουσική του κυρίως αγγλικό post-punk και alternative rock, αλλά δεν είχε κανένα πρόβλημα να μπερδέψει στο μουσικό του πρόγραμμα Joy Division και Χιώτη, το ίδιο βράδυ. Υποστήριζε τη λογική του πιο ευρηματικού club και σταδιακά φιλοξένησε εκθέσεις, ταινίες μικρού μήκους και θεατρικά happenings, ενώ οι ιδιοκτήτες εξέδωσαν ένα φεγγάρι τους Decadence Times και έκαναν προσπάθειες για λειτουργία ραδιοφωνικού σταθμού.

Έκλεισε το 2008 με έξωση, καθώς οι κληρονόμοι είχαν δώσει άδεια για να γίνει το κτίριο (πρώην σπίτι του χουντικού αντιβασιλέα Γεώργιου Ζωιτάκη) πολυκατοικία. Αυτό όμως δεν συνέβη ποτέ και η επιστροφή είναι πια στην τελική ευθεία, αφού μέσα στον Οκτώβριο αναμένεται να ανοίξει ξανά, στο ίδιο κτίριο.

Οι φανατικοί οπαδοί του κάνουν ήδη ουρές στη σχετική σελίδα στο Facebook και οι Decadence Times έχουν τεθεί εκ νέου στα σκαριά, ενόψει του μεγάλου γεγονότος! Παράλληλα ετοιμάζεται και διαδικτυακός ραδιοφωνικός σταθμός. Η αλήθεια είναι ότι το Decadence γνώρισε τις μεγάλες δόξες του στα 90s, αλλά έχοντας ανοίξει από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 θα ήταν πολύ δύσκολο να το εκτοπίσουμε από τη λίστα…