Γιατί το πρώτο Golden Axe είναι το Game of Thrones των παιχνιδιών

Τι λέτε, πάμε μια βόλτα μέχρι την Γιουρία;

Δυστυχώς, δεν μπορείς να το καταλάβεις. Φαίνεται στο βλέμμα σου, μας κοιτάς σα να είμαστε Ολυμπιακοί στο ποδόσφαιρο και Παναθηναϊκοί στο μπάσκετ- κι εσύ με ανώμαλους δε μιλάς. «Άντε γεια!», λοιπόν, σωστά;

Λάθος, σημερινέ 20άρη (και κάτω). Μπορεί να σου φαίνεται παράλογο όταν σου λέμε πως το κορυφαίο epic fantasy game όλων των εποχών είναι κάποιο που πρωτοβγήκε το 1989 και οι παίκτες του αποτελούν ένα συνονθύλευμα από κακοφτιαγμένα τετραγωνάκια, όμως αν είσαι 30+ και το ’χεις προλάβει στο ουφάδικο της γειτονιάς σου, τότε ξέρεις.

Ξέρεις τι μάχη έδινες για ν’ αδειάσει μια θέση- παίζοντας, στο μεσοδιάστημα, Virtua Striker μέχρι η επιληψία να σου χτυπήσει την πόρτα κι εσύ, ευγενικό παιδί ον, να της ανοίξεις- και να καθίσεις για να ξοδέψεις δυο πασοκικούς μισθούς του πατέρα σου πατώντας πλήκτρα, στην προσπάθειά σου να το τερματίσεις.

Γιατί βλέπεις, αγαπητέ σημερινέ έφηβε, το Golden Axe δεν ήταν ένα ακόμα παιχνίδι. Ήταν θρησκεία και είχε πιστούς από τη μία άκρη της υφηλίου μέχρι την άλλη, οι οποίοι προσκυνούσαν μ’ ευλάβεια σε καθημερινή βάση την Γυναίκα, τον Άντρα και τον Νάνο.

Υπήρξε, από άποψη παρατεταμένου εθισμού, κάτι σαν το Game of Thrones- με το οποίο, μάλιστα, η «πλοκή» του και οι χαρακτήρες παρουσιάζουν αρκετές ομοιότητες: όταν ξεκινούσες να παίζεις, τότε ήταν αδύνατο να σταματήσεις αν δεν σου τελείωναν τα λεφτά (θυμάσαι, αλήθεια, πόσα σχέδια για ληστεία τραπεζών είχες καταστρώσει τότε στην τετάρτη δημοτικού, προκειμένου να έχεις πάντα κέρματα για να «ταΐζεις» το μηχάνημα;) ή αν δεν ερχόταν η μητέρα σου με ύφος έξαλλης Μήδειας να σε μαζέψει από το ουφάδικο.

Από τη μυθική αρχή του καταλάβαινες πως εδώ έχεις να κάνει μ’ ένα έπος: ο Βάρβαρος, διάβαζες, είχε δει τη μητέρα του να πεθαίνει από το χέρι του Death Adder. Η Αμαζόνα και τους δύο γονείς της. Ο Νάνος τον αδερφό του.

Στη συνέχεια, οι 3 παίκτες περιστρέφονταν πάνω στην παλάμη ενός σκελετού κι εσύ καλούσουν να διαλέξεις με ποιον θα παίξεις, την ώρα που μια ανατριχιαστική μουσική «έντυνε» την επιλογή σου, κάνοντας τις (ανύπαρκτες σ’ εκείνη την ηλικία) τρίχες σου να σηκωθούν και το χέρι σου να μπιμπικιάσει λες και σε ρίξανε στο Βόρειο Πόλο φορώντας μόνο το μποξεράκι σου.

Έπειτα, άρχιζε η δράση- και, ηλεκτρονικέ θεέ μου, τι απόλαυση ήταν αυτή: ο σατανικός Death Adder είχε πιάσει ως αιχμαλώτους στο κάστρο του τον Βασιλιά της Γιουρία και την κόρη του, ενώ ταυτόχρονα είχε βρει και το Golden Axe- το θρυλικό έμβλημα της περιοχής- και απειλούσε να σκοτώσει τους δύο πρώτους και να διαλύσει το τσεκούρι, εκτός κι αν όλοι οι κάτοικοι της Γιουρία τον αποδέχονταν σαν τον μοναδικό άρχοντά τους.

Ή, βασικό, εκτός κι αν εσύ τον σταματούσες. Και, διάολε, θα προσπαθούσες μέχρι να χυθεί και η τελευταία ρανίδα του αίματός σου, λόγω του τρόπου που πατούσες τα πλήκτρα (spoiler alert: τα δάχτυλά σου στο τέλος της προσπάθειας θύμιζαν έντονα ένα γράμμα της ελληνικής αλφάβητου- το Γάμα).

Αν έπαιρνες τον Βάρβαρο, τότε είχες για όπλο το μυθικό σπαθί του, το οποίο σκόπευες να το βυθίσεις στην τετραγωνισμένη σάρκα των αντιπάλων σου σαν μαχαίρι που τρυπάει ζεσταμένο βούτυρο. Η μαγεία σου προκαλούσε εκρήξεις σε όλη την οθόνη και ήταν αρκετά δυνατή για να ξεπαστρέψει αρκετό κόσμο.

Αν επέλεγες τη γυναίκα, τότε έβλεπες χαρούμενος λίγο στήθος και οπίσθια να παρελαύνουν στην οθόνη (μην ξεχνάτε, ήμασταν πιτσιρικάδες και τότε η λέξη «ίντερνετ» μας ήταν εξίσου γνωστή με το «αγκουσεύω»), είχες την πιο δυνατή μαγεία- αυτή της φωτιάς- και το εκλεπτυσμένο σου σπαθί για συντροφιά.

Αν κατέληγες στον Νάνο, τότε το φονικό σου τσεκούρι έκανε τη δουλειά, τη στιγμή που οι κεραυνοί και οι αστραπές τάσσονταν, μέσω της μαγείας σου, στο πλευρό σου και ηλέκτριζαν τους εχθρούς σου σαν ένα κοπάδι από πραγματικά θυμωμένα ηλεκτροφόρα χέλια.

Ανεξαρτήτως επιλογής παίκτη, όμως, αυτό που ξεχώριζε για εκείνη την εποχή- μιλάμε πάντα για τα πρώιμα 90s- ήταν το gameplay του: σκελετοί, ορκς, γίγαντες, απλοί στρατιώτες και πολλοί άλλοι σου επιτίθεντο με σκοπό να σε κάνουν να φτύσεις το γάλα που βύζαξες, όμως εσύ έπινες μικρός κακάο και δεν είχες καμία τέτοια πρόθεση.

Έτσι περνούσες στην αντεπίθεση, καβαλούσες δράκους, χελώνες και πάσης φύσεως ζώα, κλοτσούσες τα κάτι-σαν-ξωτικά που έβρισκες στο δρόμο σου προκειμένου να πάρεις το μπλε γυάλινο μπουκαλάκι τους και να «γεμίσεις» τ’ απαραίτητα κουτάκια για τη μαγεία σου και, φυσικά, ξεκοίλιαζες όποιον δύσμοιρο έβρισκες στο δρόμο σου.

Στο τέλος, όπως ήταν αναμενόμενο, πήγαινες στο κάστρο του Death Adder, έβλεπες- σε μια αρρωστημένα ευφυή έμπνευση για την εποχή- τον Βασιλιά της Γιουρία και την κόρη του να κρέμονται ανάποδα στο πάνω μέρος της οθόνης και τότε ριχνόσουν στην απόλυτη μάχη.

Αποτύγχανες μια, δυο, τρεις, τέσσερις (χιλιάδες) φορές, έβλεπες το «insert coin to continue» ακόμα και στον ύπνο σου, έβαζες μέσα καινούργιο κέρμα για να συνεχίσεις και στο τέλος, που να πάρει, τα κατάφερνες: σκότωνες τη «Μάνα», άκουγες τον Death Adder να ξεψυχάει (η μελωδία της ευτυχίας για σένα) και ελευθέρωνες τους πάντες.

Ο τερματισμός έδειχνε όλους όσους συνάντησες στο παιχνίδι να τρέχουν ευτυχισμένοι σ’ έναν… μπλε δρόμο κι εσύ αισθανόσουν τέτοια πληρότητα μέσα σου, λες και είχες καταφέρει να πάρεις, επιτέλους, 10 στο «Εμείς και ο κόσμος».

Το Golden Axe ήταν ένα κράμα «Κόναν ο Βάρβαρος» και “Game Of Thrones” στην arcade game εκδοχή τους και υπήρξε τόσο εθιστικό, που 25+ χρόνια μετά εμείς οι αιώνιοι πιστοί του ακόμα να το ξεπεράσουμε.

Μη μας αδικείς, αγαπητέ 18χρονε. Ξέρεις τι λένε για τους πρώτους έρωτες, σωστά;

Δεν τους ξεχνάς ποτέ.

Ποτέ.