«Το στέκι των φρικιών»: Η μαχαιριά που έκλεισε τη θρυλική ντίσκο OMBRE

«Το στέκι των φρικιών»: Η μαχαιριά που έκλεισε τη θρυλική ντίσκο OMBRE
Ξύλο, μέταλ και κοινωνικό περιθώριο χαρακτήριζαν τον ναό τον 80s που είχε επισκεφθεί μέχρι και ο Lemmy των Motorhead.

Στη σημερινή νεολαία το όνομα της ντίσκο OMBRE μάλλον δεν λέει τίποτα. Ακόμα και ένας 30άρης αν το ακούσει δεν θα καταλάβει τι σημαίνει. Θα πρέπει να ταξιδεύσεις μέχρι τους έφηβους των 90s για να βρεις κάποιον που έχει ακούσει τις θρυλικές ιστορίες για αυτό το μαγαζί. Να τις έχει ακούσει αλλά όχι να τις έχει ζήσει φυσικά. Ε, μιας και έφτασες μέχρι εκεί πήγαινε και λίγο πιο πίσω: δεν υπάρχει ροκάς (και όχι μόνο) μεγαλωμένος στα 80s που να μην ξέρει περί τίνος πρόκειται.

Ναι, το όνομά της ίσως να έχει σβηστεί μέσα στο χρόνο. Αλλά η γενιά των 80s -και για την ακρίβεια, τα «φρικιά» των 80s– αποκλείεται να μην την ξέρουν. Για τον κόσμο του κοινωνικού περιθωρίου, η OMBRE δεν ήταν απλά μια ντίσκο. Ήταν ένας ναός.

Το αυτονόητο και αμετακίνητο στέκι για τα βράδια του Σαββάτου για μια ολόκληρη κατηγορία ανθρώπων. Το μαγαζί που ένα βράδυ το είχε επισκεφθεί μέχρι και ο αείμνηστος Lemmy των Motorhead: δεν γινόταν να βρεθεί στην Ελλάδα και να μην επισκεφθεί τον ναό.

Τοποθετημένο κάπου στα Σίδερα Χαλανδρίου, το μικρό τετράγωνο αυτό μαγαζί μπορεί να έπαιζε πολλά είδη μουσικής αλλά έμεινε στην ιστορία για τον ροκ και heavy metal χαρακτήρα του. Ο κόσμος έσκαγε εκεί με κάθε πιθανό τρόπο: με λεωφορεία, με τα πόδια από κάθε πιθανή περιοχή της Αθήνας και πολλοί εκ των θαμώνων του με τις χαρακτηριστικές τους Harley. Ναι, αν στα 80s ήθελες να βρεις μαζεμένους πολλούς τσοπεράδες, πωρωμένους με τις Harley, ντυμένους με μαύρα, δερμάτινα γιλέκα και γεμάτους τατουάζ δεν είχες παρά να πας στην OMBRE.

Γενικά, το «περιθώριο» είχε την τιμητική του σε αυτό το μαγαζί. Γηπεδικοί από όλες τις ομάδες, μεταλάδες με μακριά μαλλιά, «μπάχαλοι» των πορειών, καμιά φορά και τύποι που κουβαλούσαν όλες αυτές τις ταυτότητες μαζί τους, στριμωχνόντουσαν στο μαγαζί, άραζαν στους καναπέδες γύρω από τη μικρή τετράγωνη πίστα του μαγαζιού και όταν το πρόγραμμα «άναβε» σηκωνόντουσαν και του έδιναν να καταλάβει στο χορό.

«Το στέκι των φρικιών»: Η μαχαιριά που έκλεισε τη θρυλική ντίσκο OMBRE

Το ξύλο ήταν μόνιμη συνθήκη στην OMBRE. Σχεδόν επιβεβλημένη. Καμιά φορά και για να περνάει η ώρα. Δεν ήταν δεδομένο πως όταν άρχισαν οι μπουνιές και οι κλωτσιές ανάμεσα στους θαμώνες, είχε προηγηθεί μια παρεξήγηση. Οι τύποι που σύχναζαν εκεί μπορεί να έπαιζαν ξύλο απλά για την πλάκα τους και στη συνέχεια να τα έπιναν στο μπαρ σαν φιλαράκια που ήταν.

Ακόμα μάλιστα, οι παλιοί θαμώνες έχουν να το λένε για έναν επικό τσαμπουκά κατά τη διάρκεια του οποίου ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού, γνωστός για το περουκίνι που φορούσε, μπήκε στη μέση για να χωρίσει τους εμπλεκόμενους. Κάποιος του τράβηξε το περουκίνι, άπαντες έσκασαν στα γέλια και ο τσακωμός έληξε σαν καυγάς στο γαλατικό χωριό!

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της ταυτότητας του μαγαζιού είναι πως αν και είχαν ξεσπάσει απίστευτοι καυγάδες για όλους τους λόγους, ποτέ κανείς δεν πλακώθηκε για οπαδικά ζητήματα: οι οπαδοί των μεγάλων ποδοσφαιρικών ομάδων της Αθήνας σύχναζαν εκεί και όμως δεν άνοιγε ρουθούνι. Μάλιστα, για πολλούς συνδέσμους ήταν το μέρος συνάντησης για τις εκτός έδρας εκδρομές: ξημερώματα Κυριακής άπειρες συναντήσεις ανάμεσα σε οπαδούς διαφορετικών ομάδων που ξεκινούσαν για ένα εκτός έδρας ματς είχαν γίνει και όμως ποτέ δεν έπαιξαν ξύλο μεταξύ τους! Η OMBRE λειτουργούσε άτυπα ως ουδέτερη ζώνη.

Και όμως ήταν ένας άγριος καυγάς ανάμεσα σε έναν οπαδό του Παναθηναϊκού με έναν οπαδό της ΑΕΚ που έβαλε τέλος σε αυτό το μαγαζί. Δεν τσακώθηκαν για πολιτικά αλλά για άλλο λόγο. Άλλοι λένε για μια γυναίκα. Άλλοι για ναρκωτικά. Όπως και να έχει η συμπλοκή κατέληξε σε μαχαίρωμα και στο θάνατο του ενός. Το μέρος έχασε σταδιακά την αίγλη του μετά το γεγονός, οι έφοδοι της αστυνομίας για ναρκωτικά ήταν όλο και πιο συχνές και σύντομα η OMBRE έβαλε λουκέτο.

Υπήρξε ο ναός του περιθωρίου από το 1980 μέχρι και το 1989. Γκρεμίστηκε άδοξα αλλά οι ιστορίες που κουβαλούσε στο εσωτερικό της έμειναν όρθιες και μέχρι και σήμερα διαδίδονται από στόμα σε στόμα. Αρκεί να βρεις τους παλιούς της πιάτσας για να στις διηγηθούν.