Η εμπορική συμφωνία της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τις χώρες του Mercosur είναι από τις πιο χρονοβόρες σε διασυνοριακός επίπεδο που έχουν γίνει ποτέ, αφού έκλεισε μετά από διαπραγματεύσεις 25 χρόνων. Το deal δημιουργεί ένα νέο περιβάλλον για τις διεθνείς συναλλαγές, με σημαντικές προεκτάσεις για τα ελληνικά αγροδιατροφικά προϊόντα. Στόχος είναι η σταδιακή άρση δασμών και εμποδίων στο εμπόριο, διευκολύνοντας την πρόσβαση ευρωπαϊκών προϊόντων σε μια μεγάλη και δυναμική αγορά περίπου 300 εκατομμυρίων καταναλωτών.
Για την Ελλάδα, η συμφωνία φέρνει στο προσκήνιο ευκαιρίες εξαγωγών, ιδιαίτερα για προϊόντα υψηλής ποιότητας και προστιθέμενης αξίας. Ιδιαίτερη σημασία έχει η πρόβλεψη για την προστασία συγκεκριμένων προϊόντων με ονομασία προέλευσης και γεωγραφική ένδειξη, τα οποία θωρακίζονται νομικά απέναντι σε απομιμήσεις στις χώρες της Λατινικής Αμερικής. Αυτό θεωρείται θετικό βήμα για την ενίσχυση της ταυτότητας και της εμπορικής αξίας των ελληνικών προϊόντων.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι μονοδιάστατη. Ο αγροκτηνοτροφικός κόσμος εκφράζει έντονο προβληματισμό για έναν αστερίσκο που αποδυναμώνει το χαρακτήρα αυτής της προστασίας.

Σημείο προβληματισμού προκαλεί η επταετής μεταβατική περίοδος για την προστασία προϊόντων γεωγραφικής ένδειξης (ΠΟΠ), όπως η φέτα.
Σε παράρτημα της συμφωνίας αναφέρεται ότι η προστασία γεωγραφικής ένδειξης θα έχει επταετή μεταβατική περίοδο. Για παράδειγμα, ο όρος feta θα είναι εφικτό να χρησιμοποιηθεί για μέγιστο διάστημα επτά ετών από την έναρξη της συμφωνίας από εταιρίες σε Αργεντινή, Βραζιλία και Ουρουγουάη, υπό την προϋπόθεση ότι είχε ήδη χρησιμοποιηθεί. Στη διάρκεια αυτών των ετών η χρήση του όρου feta πρέπει να συνοδεύεται από ευανάγνωστη και ορατή ένδειξη της γεωγραφικής προέλευσης του προϊόντος.
Το ότι η πλήρης προστασία των προϊόντων ΠΟΠ προβλέπεται να ολοκληρωθεί σε βάθος επταετίας είναι μια παράμετρος καταστροφική, σύμφωνα με εκπροσώπους αγροτικών και κτηνοτροφικών συλλόγων στην Ελλάδα. Βάσει αυτών των ισχυρισμών, η επταετής περίοδος αφήνει τεράστια περιθώρια σε φθηνότερες απομιμήσεις να διεισδύσουν στην Ελλάδα από τις αγορές των χωρών της Mercosur. Οι Βρυξέλλες δικαιολογούν αυτή την απόφαση με το επιχείρημα ότι οι αγρότες στην Ε.Ε. είναι μόνο το 3,8% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, ενώ στη βιομηχανία απασχολείται το 24%.
Στην Ελλάδα, όμως, οι επαγγελματίες αγρότες καταλαμβάνουν περίπου το 10% έως 11,5% του συνολικού εργατικού δυναμικού της χώρας, με τον ελληνικό γεωργικό τομέα να απασχολεί – τουλάχιστον στα χαρτιά – περίπου 400.000 άτομα. Το ποσοστό αυτό είναι από τα υψηλότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς ο μέσος όρος της Ε.Ε. κυμαίνεται κοντά στο 4,2%.
Για επτά χρόνια οι επιχειρήσεις στη Mercosur που παράγουν λευκό τυρί με αγελαδινό γάλα και το ονομάζουν «φέτα», θα μπορούν να συνεχίσουν να το παράγουν και να το αποκαλούν έτσι. Στην Ελλάδα θα εισάγεται και θα πωλείται σαν φέτα και ο καταναλωτής θα έχει μια πολύ πιο φτηνή επιλογή (αφού φυσικά το προϊόν δεν θα είναι ωρίμανσης) ή στη χειρότερη περίπτωση κάποιοι επιτήδειοι ενδέχεται να πουλήσουν τη λατινοαμερικάνικη φέτα για ελληνική, αφού δεν θα απαγορεύεται να την τιτλοφορήσουν έτσι.

«Για επτά χρόνια ο άλλος μπορεί να λέει “φέτα” ό,τι θέλει και μέσα σε δύο χρόνια θα μας σβήσει. Τι να το κάνω αν επτά χρόνια μετά “δουλέψει” το ΠΟΠ, αφού δεν θα υπάρχει πλέον ΠΟΠ στην Ελλάδα. Θα μας έχει σβήσει και δεν θα μπορούμε να πουλήσουμε πουθενά», δήλωσε ο κτηνοτρόφος Θωμάς Μόσχος, μέλος της Ομοσπονδίας Ευρωπαϊκών Αγροτικών Συλλόγων ECVC.
Η αλήθεια μοιάζει βέβαια να είναι κάπου στη μέση. Από τη μία, πράγματι το μέτρο της επταετούς μεταβατικής περιόδου δεν φαίνεται να έχει κάποια αξία, από την άλλη όμως δεν μοιάζει και τόσο εύκολο ούτε να αγοράσει ο Έλληνας καταναλωτής μια «φέτα» που θα ξέρει ότι δεν θα είναι φέτα, ούτε να δώσει κάποιος όνομα ελληνικής γεωγραφικής προέλευσης σε μια λατινοαμερικάνικη φέτα, διότι το ρίσκο να «συλληφθεί» σε κάποιο έλεγχο θα είναι πολύ μεγάλο. Αυτό βέβαια αφορά κυρίως τη φέτα, διότι σε άλλα προϊόντα, όπως σταφίδες, λάδι, κρασί κ.α. ίσως η ποιοτική διαφορά να μην είναι τόσο ευδιάκριτη.
Η συμφωνία προστατεύει συνολικά 344 ευρωπαϊκά προϊόντα από απομιμήσεις, εκ των οποίων 21 είναι ελληνικά. Μεταξύ αυτών η φέτα, το ελαιόλαδο και η ελιά Καλαμάτας, η κορινθιακή σταφίδα, ο κρόκος Κοζάνης, το μανούρι, η κεφαλογραβιέρα, η μαστίχα Χίου, το ελαιόλαδο Σητείας και Λυγουριού, το κρασί Μαντινείας, Νάουσας, Νεμέας, Σαντορίνης, Σάμου, Αμυνταίου, η ρετσίνα και το τσίπουρο.
