Τον χειροκροτούσαν ως και διαιτητές: Ο «Τζορτζ Μπεστ των φτωχών» που δεν πήρε ποτέ τον εαυτό του στα σοβαρά
Βρείτε μας στο
Μπάλα

Τον χειροκροτούσαν ως και διαιτητές: Ο «Τζορτζ Μπεστ των φτωχών» που δεν πήρε ποτέ τον εαυτό του στα σοβαρά

Ένας μποέμ και στιλάτος ποδοσφαιριστής που θα μπορούσε να γίνει από τους καλύτερους ever αν δεν αγαπούσε τόσο την dolce vita
Sport-Retro.gr

Η λέξη “maverick” χρησιμοποιείται για ανθρώπους αντισυμβατικούς, ανεξάρτητους, επαναστατικούς, ενίοτε και ανατρεπτικούς. Από τον κόσμο του ποδοσφαίρου πέρασαν πολλοί τέτοιοι χαρακτήρες, ιδίως σε εποχές πιο ανέμελες εντός κι εκτός γηπέδων. Επαγγελματίες με… ερασιτεχνική συμπεριφορά. Προσωπικότητες που εξερευνείς περισσότερο για τις τρομερές ιστορίες και λιγότερο ή καθόλου για τις επαγγελματικές τους επιτυχίες.

Ο Φρανκ Γουόρθινγκτον, μακαρίτης από τις 22 Μαρτίου 2021, ήταν ένας αληθινός maverick. Έχτισε τέτοιο μύθο γύρω από το όνομά του, που δεν μπορεί να πει κανείς με βεβαιότητα τι είναι αλήθεια, τι υπερβολή και τι ψέμα. Το μόνο σίγουρο είναι ότι αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα what if της Βρετανίας.

Είχε γεννηθεί στις 23 Νοεμβρίου 1948 στο χωριό Σελφ, περίπου 5χλμ. βορειοανατολικά του Χάλιφαξ. Ήταν μέλος ποδοσφαιρικής οικογένειας. Ο πατέρας του, Έρικ, έπαιζε στη Χάλιφαξ και η μητέρα του, Άλις, στην ομάδα της WAAF (Γυναικεία Βοηθητική Πολεμική Αεροπορία). Αμφότεροι επιθετικοί. Επαγγελματίες έγιναν τα δύο μεγαλύτερα αδέρφια του, ο Ντέιβ και ο Μπομπ, ενώ αργότερα τα χνάρια τους ακολούθησε ο ανιψιός του, Γκάρι.

Τον χειροκροτούσαν ως και διαιτητές: Ο «Τζορτζ Μπεστ των φτωχών» που δεν πήρε ποτέ τον εαυτό του στα σοβαρά

Το 1966, τη χρονιά δηλαδή που η εθνική Αγγλίας κατέκτησε το μοναδικό της Παγκόσμιο Κύπελλο, άρχισε η επαγγελματική πορεία του Φρανκ. Η Χάντερσφιλντ τον διατήρησε στους κόλπους της για μια εξαετία, ώσπου το καλοκαίρι του 1972 κοτζάμ Λίβερπουλ κινήθηκε για την απόκτησή του. Το αριστερό του πόδι έκανε «μαγικά». Δεν ξεχώριζε πια μόνο για την έλλειψη επικαλαμίδων και τις κάλτσες που συχνά έπεφταν στους αστραγάλους του.

Οι «κόκκινοι» ήταν έτοιμοι να δαπανήσουν 150.000 λίρες, αλλά ας όψονται οι ιατρικές εξετάσεις που φανέρωσαν υπέρταση. Ο Μπιλ Σάνκλι τον έστειλε για μερικές ημέρες στη Μαγιόρκα, προκειμένου να χαλαρώσει. Αλίμονο. Η Μις Μεγάλη Βρετανία, δύο Σουηδές, μία νεαρή Βελγίδα καλλονή και ακόμα μία γυναίκα που συνάντησε στο αεροδρόμιο (δεν συγκράτησε το όνομά της – πάλι καλά που δεν τον έκανε να ξεχάσει το δικό του), ανέλαβαν να τον… κουράσουν περισσότερο. Με επιπλέον συντροφιά το αλκοόλ.

Όταν επέστρεψε στο Λίβερπουλ η αρτηριακή του πίεση ήταν ακόμα πιο υψηλή! Η μεταγραφή δεν έγινε ποτέ και ο Σάνκλι έστειλε μερικά λουλούδια στη μητέρα του Γουόρθινγκτον, ο οποίος μεταπήδησε στη Λέστερ, με το αρχικό ποσό της μεταγραφής να αγγίζει τις 80.000 λίρες. «Δεν είχε νόημα να εκνευρίζομαι, απλώς σκέφτηκα ότι αυτοί (σ.σ. οι «κόκκινοι») έχασαν», είπε τότε.

Τον χειροκροτούσαν ως και διαιτητές: Ο «Τζορτζ Μπεστ των φτωχών» που δεν πήρε ποτέ τον εαυτό του στα σοβαρά
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ Μπάνιο και ταβέρνα σε τιμές προηγούμενης δεκαετίας: Η παραλία που γυρίστηκε το θρυλικό «Κάμπινγκ» της ΕΡΤ

Στις «αλεπούδες» παρέμεινε για πέντε χρόνια και σε αυτό το διάστημα κατέγραψε τις 8 συμμετοχές του με την εθνική Αγγλίας, σημειώνοντας από ένα γκολ σε φιλικά ματς κόντρα στην Αργεντινή και τη Βουλγαρία.

Από το 1977 μέχρι τα βαθιά… ποδοσφαιρικά του γεράματα, ο Γουόρθινγκτον αγωνίστηκε σε καμιά 20αριά ομάδες, συμπεριλαμβανομένων των Μπόλτον, Μπέρμιγχαμ, Λιντς, Σάντερλαντ, Σαουθάμπτον και Μπράιτον.

Έπαιξε στις ΗΠΑ, τη Νότια Αφρική, τη Σουηδία, καθώς και σε ημιεπαγγελματικά / ερασιτεχνικά σωματεία της πατρίδας του, όταν πια πάτησε τα 40. Επίσης, εκπροσώπησε την Αγγλία στο World Cup of Masters (παγκόσμιο τουρνουά για άσους άνω των 34 ετών) του 1991. Η αυλαία έπεσε τη σεζόν 1991-92 στη Χάλιφαξ, όπου είχε ρόλο παίκτη-προπονητή.

Αναμφίβολα θα μπορούσε να πετύχει περισσότερα, όπως μαρτυρά το γεγονός ότι τη σεζόν 1978-79 αναδείχθηκε κορυφαίος σκόρερ της πρώτης κατηγορίας, σημειώνοντας 24 γκολ ως παίκτης της Μπόλτον.

«Είμαι πιο ήρεμος αυτήν την περίοδο. Βγαίνω έξι αντί για επτά φορές την εβδομάδα», είχε πει στην εφημερίδα ‘Guardian’ το 1978. Λίγους μήνες αργότερα, στις 21 Απριλίου 1979, έβαλε αυτό το γκολ απέναντι στην Ίπσουιτς. Αν παρατηρήσετε στο 0:11 του video, τον χειροκροτά μέχρι κι ο διαιτητής. Φανταστείτε να μην νυχτοπερπατούσε κιόλας…

Αφού διαβάσατε για το «ναυάγιο» της μεταγραφής στη Λίβερπουλ, ιδού μερικά ακόμη ευτράπελα, με την απαραίτηση σημείωση ότι κάποια εξ αυτών μπορεί να εμπεριέχουν δόση υπερβολής.

Σε ένα ταξίδι με την U23 της Αγγλίας, ο πρωταγωνιστής της ιστορίας έδωσε το «παρών» με κόκκινο μεταξωτό πουκάμισο, βελούδινο lime σακάκι και καουμπόικες μπότες.

Σε μία από τις διεθνείς εμφανίσεις του στο «Γουέμπλεϊ», ένας νεαρός τού ζήτησε αυτόγραφο. «Πώς θέλεις να υπογράψω; Φρανκ Γουόρθινγκτον ή Έλβις Πρίσλεϊ;» Ήταν τέτοια η λατρεία του για τον «βασιλιά του ροκ εν’ ρολ» που συνήθιζε να ντύνεται όπως εκείνος, ιδίως όταν εμφανιζόταν στο προπονητικό κέντρο της Σάντερλαντ.

Επίσης του άρεσε να ακούει τραγούδια του όταν βρισκόταν σε λεωφορεία με τις ομάδες που αγωνιζόταν. Κάποτε, όμως, μία διαδρομή στη Χάντερσφιλντ μπήκε ξαφνικά στο… mute. Βλέπετε ο Ίαν Γκριβς έβγαλε την κασέτα και την πέταξε έξω από το παράθυρο. Παρεμπιπτόντως αυτός ήταν ο προπονητής που τον χαρακτήρισε “the working man’s George Best”, το οποίο σε… εξελληνισμένη μετάφραση θα μπορούσε να αποδοθεί σαν «Τζορτζ Μπεστ των φτωχών».

Τον χειροκροτούσαν ως και διαιτητές: Ο «Τζορτζ Μπεστ των φτωχών» που δεν πήρε ποτέ τον εαυτό του στα σοβαρά

Εκτός από το εκκεντρικό ντύσιμο και την επιδεικτική συμπεριφορά, η μποέμ αυτή προσωπικότητα είχε τρέλα με τα γρήγορα αυτοκίνητα. Σε έναν χρόνο κλήθηκε να δώσει τέσσερις φορές το «παρών» στο δικαστήριο για οδηγικές παραβάσεις. Μέχρι και αναστροφή σε αυτοκινητόδρομο με το κόκκινο Ford Mustang του είχε κάνει ο αθεόφοβος!

Όταν ανήκε στη Λέστερ, τις κρύες ημέρες συχνά φορούσε ένα λευκό γυναικείο καλσόν κάτω από το σορτσάκι του, μια συνήθεια που είχε υιοθετήσει από τον συμπαίκτη του Κιθ Γουέλερ.

Τη δεκαετία του 1980, η καριέρα του θύμιζε περιοδείες ροκ συγκροτημάτων. Κοινώς, περιφερόταν από ομάδα σε ομάδα και καθόταν από μερικές εβδομάδες μέχρι μία σεζόν. Μοναδική εξαίρεση η Τράνμιρ, όπου ανήκε για δύο χρονιές και, παράλληλα, τη μανατζάριζε. Το σίγουρο είναι ότι σε όποιες πόλεις μετακόμιζε, το επίπεδο ψυχαγωγίας ανέβαινε και οι προσλήψεις στα νυχτερινά κέντρα αυξάνονταν!

Τον χειροκροτούσαν ως και διαιτητές: Ο «Τζορτζ Μπεστ των φτωχών» που δεν πήρε ποτέ τον εαυτό του στα σοβαρά

Ο Γουόρθινγκτον παντρεύτηκε αρχικά την Μπριγκίτα Έγκερμαλμ, πρώην εστεμμένη σουηδικών καλλιστείων, εν έτει 1973. Την είχε γνωρίσει σε καλοκαιρινές διακοπές στη Μαγιόρκα με τον Τζορτζ Μπεστ. Όταν επέστρεψαν στην Αγγλία, διαπίστωσαν ότι η πανέμορφη ξανθιά είναι έγκυος. Ώσπου το 1976 η Λέστερ υποχρεώθηκε να του πληρώσει τα έξοδα της διαμονής σε ξενοδοχείο, αφού έπρεπε να εγκαταλείψει την πολυτελή οικία τους στο Σκράπτοφτ Λέιν.

Δεκατρία χρόνια αργότερα, συγκεκριμένα τον Δεκέμβριο του 1986, παντρεύτηκε την Κάρολ Ντάιερ, κόρη του Ιρλανδού διεθνούς τερματοφύλακα Νόελ Ντάιερ και μοντέλο.

Φτάνοντας προς το τέλος του αφιερώματος, αξίζει να αναφερθούν και μερικά ακόμη ονόματα Βρετανών ποδοσφαιριστών των 70s’, οι οποίοι έπαιζαν περισσότερο για ευχαρίστηση, παρά για το αποτέλεσμα. Ήταν ο Ρόντνι Μαρς, ο Ντάνκαν ΜακΚένζι, ο Σταν Μπόουλς, ο Τόνι Κάρι, ο Άλαν Χάντσον… Οι συνεχιστές της παράδοσης του θρυλικού Τζορτζ Μπεστ.

Στις 5 Μαΐου 2016, η κόρη του, Κιμ-Μαλού ανακοίνωσε στο Facebook ότι ο πατέρας της ταλαιπωρείται από τη νόσο του Αλτσχάιμερ. Μία ημέρα αργότερα ο Γουόρθινγκτον προέβη σε διάψευση, όμως, η αλήθεια ήταν ότι όντως έπασχε. Και μάλιστα κάποια χρόνια πριν από τη σχετική ανάρτηση.

Η ταλαιπωρία του πάλαι ποτέ playboy των βρετανικών γηπέδων, καθώς και της οικογένειάς του, έλαβε τέλος στις 22 Μαρτίου 2021. Βρέθηκε σε αυτή τη διάσταση για κάτι παραπάνω από 72 χρόνια, αλλά στην πραγματικότητα ήταν σαν να έζησε 10 ζωές. Και, αν δανειστούμε το ‘worth’ από το επίθετό του, για να το ήθελε ο ίδιος μάλλον… άξιζε τον κόπο.

«Μερικές φορές η ζωή μου είναι τόσο γεμάτη, που με εξαντλεί σωματικά και συναισθηματικά. Αλλά αν καταρρεύσω αυτή τη στιγμή, κανένας δεν θα μπορέσει να πει ότι δεν έχω ρουφήξει κάθε γουλιά της. Δεν έχω μετανιώσει για τίποτα. Εξάλλου, σε αυτόν τον κόσμο υπάρχουμε μόνο για λίγο» – Φρανκ Γουόρθινγκτον στη ‘Mirror’ εν έτει 1978.

Τον χειροκροτούσαν ως και διαιτητές: Ο «Τζορτζ Μπεστ των φτωχών» που δεν πήρε ποτέ τον εαυτό του στα σοβαρά