Ένα από αθλητικά «αξιώματα» του 20ου αιώνα είναι η επίδραση του Μάικλ Τζόρνταν στο NBA και η τεράστια συμβολή του στην εμπορική γιγάντωση του προϊόντος. Κάποτε ο Γιάννης Ιωαννίδης είχε δηλώσει ότι στα συμβόλαια των παικτών στην Ελλάδα θα έπρεπε να επιβληθεί «Γκαλόσημο», ως ειδικός φόρος για την καταλυτική συνεισφορά του Νίκου Γκάλη στην εκτόξευση της απήχησης του αθλήματος στη χώρα και κατ’ επέκταση στις αμοιβές όλων των εμπλεκόμενων. Κάτι αντίστοιχο συνέβη στις ΗΠΑ και το NBA με τον Τζόρνταν, ο οποίος ολοκλήρωσε τη δουλειά που είχαν ξεκινήσει Μάτζικ Τζόνσον και Λάρι Μπερντ, θεριεύοντας τη δύναμη του brand.
Το legacy του Τζόρνταν είναι με λίγα λόγια ένας από τους βασικούς λόγους που τα συμβόλαια στο NBA είναι πλέον αστρονομικά. Στη δική του εποχή τα νούμερα ήταν τελείως διαφορετικά και μόνο ο ίδιος αμείφθηκε με σημερινά δεδομένα, μόνο όμως για δύο χρόνια και αφού ήταν για σχεδόν μία δεκαετία το Νο. 1.
Τα τεράστια συμβόλαια συνεπάγονται πλέον και κάποιες δεσμεύσεις. Υποχρεώσεις που δεν είναι δυνατόν να παραμεριστούν. Οι σύγχρονοι μεγάλοι αστέρες λειτουργούν με deals γεμάτα πρωτόκολλα διαχείρισης φόρτου εργασίας, εγκεκριμένα περιβάλλοντα προπόνησης, ρήτρες τραυματισμού με ασφαλιστική κάλυψη και αυστηρούς περιορισμούς σε μη εγκεκριμένα παιχνίδια. Ένας παίκτης οφείλει να εκτίθεται σε όσο το δυνατόν λιγότερους κινδύνους και σε αντίθετη περίπτωση μια ρήτρα στο συμβόλαιο του μπορεί να του στοιχίσει πολλά χρήματα. Έχουμε οικείο το παράδειγμα του Γιάννη Αντετοκούνμπο, που απουσιάζει σχεδόν απ’ όλα τα φιλικά της Εθνικής, ενώ έλειψε στο Ευρωμπάσκετ και από τα επίσημα ματς με Κύπρο, Βοσνία. Κοινώς, όπου κρίνεται ότι το ρίσκο (τραυματισμού) είναι περιττό, αποφεύγεται.
Και είναι περίεργο ότι στην περίπτωση του παίκτη που έδωσε άλλη εμπορική διάσταση στο προϊόν NBA ίσχυε κάτι τελείως διαφορετικό. Τουλάχιστον για τα τέσσερα πρώτα χρόνια της καριέρας του στο NBA. Το 1984 ο Μάικλ Τζόρνταν απαίτησε να μπει ένας ειδικός όρος στο συμβόλαιο του με τους Μπουλς. Σύμφωνα με τον όρο αυτόν, ο Air θα μπορούσε να παίξει μπάσκετ όποτε ήθελε, όπου ήθελε, χωρίς να πάρει την σχετική -και απαραίτητη- άδεια της ομάδας του.
«Όταν ήταν rookie, στο συμβόλαιό του προστέθηκε ένας όρος που δεν υπήρχε μέχρι τότε. Τον ονομάσαμε “όρος αγάπης για το παιχνίδι”. Ουσιαστικά, αυτός ο όρος του επέτρεπε να παίζει μπάσκετ όποτε ήθελε», έχει δηλώσει ο δημοσιογράφος Σαμ Σμιθ, μέλος του Hall of Fame και επί χρόνια ρεπόρτερ των Μπουλς.
Στις αρχές Δεκεμβρίου του 2025 ο ίδιος ο Τζόρνταν επιβεβαίωσε σε συνέντευξή την ύπαρξη αυτού του «Love of the Game» όρου που σεβάστηκαν για τέσσερα χρόνια οι Μπουλς. Το 1988, αφού υπέγραψε νέα οκταετή συμφωνία, αξίας 25 εκατομμυρίων δολαρίων – το μεγαλύτερο αθλητικό συμβόλαιο εκείνη την εποχή – ο όρος αυτός αφαιρέθηκε.
«Στο συμβόλαιό μου υπήρχε μια ρήτρα που ανέφερε ότι αν οδηγούσα στο δρόμο και έβλεπα έναν αγώνα μπάσκετ οπουδήποτε, μπορούσα να πάω και να παίξω. Και αν τραυματιζόμουν, το συμβόλαιό μου θα εξακολουθούσε να ισχύει. Αγαπώ τόσο πολύ το παιχνίδι που δεν θα άφηνα ποτέ κανέναν να μου στερήσει την ευκαιρία να παίξω. Τώρα, δεν υπάρχει κάτι τέτοιο. Οι περισσότεροι αθλητές απλά ρίχνουν μερικά σουτάκια με τους γυμναστές τους. Θεωρούσα πως με ωφελούσε το να παίζω μπάσκετ όποτε είχα την ευκαιρία, αυτό ήταν που έκανα μεγαλώνοντας. Ο Λάρι Μπερντ για παράδειγμα αφιέρωσε όλο το καλοκαίρι για να δουλέψει το αριστερό του χέρι, σωστά; Το έκανε παίζοντας μπάσκετ».
Μετά τη μεγάλη αναπροσαρμογή στο συμβόλαιο του, η οποία ήρθε τρία χρόνια πριν την ολοκλήρωση του (το πρώτο ήταν επταετές και προέβλεπε απολαβές συνολικά 6,3 εκατ. δολαρίων), ο Τζόρνταν δεν μπόρεσε να διατηρήσει τη συγκεκριμένη ρήτρα, καθώς οι Μπουλς πίεσαν για αφαίρεση. Κατά τη διάρκεια της αποθεραπείας του, μετά το σοβαρό τραυματισμό που είχε το 1986, συμμετείχε – κόντρα στις απαγορεύσεις των γιατρών – σε παιχνίδια «αλάνας» (pick-up games) και οι άνθρωποι των Μπουλς είχαν κατά το κοινώς λεγόμενο… φρικάρει.
Φυσικά, στη σημερινή εποχή μια τέτοια ρήτρα εντάσσεται στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας ακόμα και για τους rookie παίκτες – δεν συζητάμε καν για το No. 3 του draft. Οι ομάδες εξασφαλίζουν κάλυψη για τα υπέρογκα συμβόλαια που δίνουν, τα οποία όπως προαναφέρθηκε είναι αποτέλεσμα της τεράστιας εμπορικής αξίας του NBA, που χωρίς το Jordan effect δεν θα είχε ανέλθει ποτέ σε αυτά τα επίπεδα.