Μοίραζε σακούλες και έκανε… παπάδες: Η «άρρωστη» παιχτάρα που ζήλευε όλο το big-4

Μια πραγματική ποδοσφαιρική ατραξιόν…

Έχουν περάσει μεγάλοι παίκτες από την Ελλάδα. Είτε ερχόμενοι ως ονόματα, είτε επειδή εξελίχθηκαν και άνθισαν ποδοσφαιρικά στη χώρα μας, υπάρχουν ξένοι που λατρεύτηκαν (και θα λατρεύονται πάντα) από τους φιλάθλους. Οι Ολυμπιακοί θα νοσταλγούν πάντα τον Τζιοβάνι και τον Ριβάλντο. Οι Παναθηναϊκοί θα μελαγχολούν όταν θυμούνται τον Βαζέχα και τον Πάολο Σόουζα. Οι ΑΕΚτζήδες θα αναπολούν τον Σκόκο και τον Γκαμάρα και οι ΠΑΟΚτζήδες θα υμνούν πάντα τον Βιεϊρίνια και τον Πάμπλο Γκαρσία.

Υπάρχει όμως και μια ιδιαίτερη (και πολύ ολιγομελής) κατηγορία παιχταράδων που δεν έπαιξαν σε ομάδα του big-4. Που έκαναν τους οπαδούς των «μεγάλων» να τον… λιγουρεύονται και τους φίλους της δικής του ομάδας να καμαρώνουν που ήταν (και παρέμεινε) δικός τους.

Ε, πολύ ψηλά σε αυτή τη λίστα (ακόμα και στην κορυφή για κάποιους) βρίσκεται το όνομα του Φαμπιάν Εστογιανόφ!

 

Χωρίς υπερβολή και παρόλο που δεν έμεινε πολύ στα μέρη μας, ο Ουρουγουανός υπήρξε από τους πιο φαντεζί ποδοσφαιριστές που είδαμε στα ελληνικά γήπεδα. Κοντός και δαιμόνιος, με χαμηλό κέντρο βάρους και απαράμιλλη τεχνική, έκανε όργια στα άκρα της επίθεσης. Και με τις αέρινες κινήσεις ή τις υδραυλικές ντρίμπλες του μπορούσε να… σπάσει τα άλατα κάθε αντιπάλου!

Όταν έφτασε λοιπόν το 2008 για τον Πανιώνιο λίγοι περίμεναν τι θ’ ακολουθήσει. Είχε μεν καλές προδιαγραφές (αγωνιζόμενος τρία χρόνια στην Ισπανία με τις Βαλένθια, Κάντιθ, Λα Κορούνια και Βαγιαδολίδ), αλλά η λάμψη του Άλβαρο Ρεκόμπα, που είχε έρθει έναν χρόνο νωρίτερα, σκέπαζε τα πάντα στην πλατεία.

Στα 2,5 χρόνια ωστόσο που φόρεσε τη φανέλα των «κυανέρυθρων» πρόλαβε ν’ αφήσει τη δική του σφραγίδα. Πέρα από τις μνημειώδεις συνεργασίες με τον συμπατριώτη του (στη μια σεζόν που πρόλαβαν να παίξουν μαζί) ο «Λόλο» έκανε θραύση και σε προσωπικό επίπεδο. Όχι μόνο για τα 9 γκολ και τις 11 ασίστ (σε 41 παιχνίδια) και του λατινοαμερικάνικου ταμπεραμέντου (που επιβεβαιώθηκε με 12 κίτρινες, αν και ήταν εξτρέμ).

Μα κυρίως για τις στιγμές ποδοσφαιρικής μαγείας που προσέφερε ακόμα και σε ανύποπτα σημεία των αγώνων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα (και απόλυτο highlight της παρουσίας του στην Ελλάδα) είναι το… χουνέρι στον Γιώργο Καραγκούνη. Τότε που σ’ ένα παιχνίδι με τον Παναθηναϊκό το 2009 στη Νέα Σμύρνη τον είχε αντίπαλο κοντά στη γραμμή του πλαγίου. Και με μια ασύλληπτη ποδιά-τακουνάκι, έδωσε ραντεβού με την μπάλα πίσω απ’ την πλάτη του!

Το γκολ τελικά δεν μπήκε (γιατί ο Γκαλίνοβιτς απέκρουσε εντυπωσιακά την κεφαλιά του Χούτου έπειτα από τη σέντρα-ξυραφιά του Εστογιανόφ), ωστόσο έμεινε στην ιστορία μια από τις πιο εμβληματικές ντρίμπλες όλων των εποχών στην Ελλάδα.

Εξάλλου τέτοιες περίτεχνες ενέργειες είχε στο ρεπερτόριο του σχεδόν σε κάθε αγώνα ο Εστογιανόφ. Το αλανιάρικο στιλ του, το πλατινέ μαλλί του και η ανάγκη του (και όχι απλά επιθυμία) να προσφέρει και θέαμα στον κόσμο τον είχε μετατρέψει σε ατραξιόν. Σε τέτοιο σημείο ώστε όλοι οι φίλαθλοι να του υποκλίνονται και όλοι οι «μεγάλοι» να ενδιαφέρονται για να τον αποκτήσουν.

Παρόλα αυτά ο «Λόλο» δεν κατέληξε σε κανέναν τους. Και οι ίδιοι οι οπαδοί του Πανιωνίου δεν τον χάρηκαν πολύ, αφού μια ρήξη χιαστού τον Γενάρη του 2010 τον «φρέναρε» και το καλοκαίρι της ίδιας σεζόν επέστρεψε στην Πενιαρόλ. Ακόμα κι αν πανηγύρισε όμως τρία πρωταθλήματα με τη φανέλα της (συν ένα ακόμα στη Σαουδική Αραβία με την Αλ Νασρ), πάντοτε λέει ότι η απόφαση να έρθει στους «κυανέρυθρους» ήταν η καλύτερη της ζωής του.

Και όσοι τον είδαν αγωνιζόμενο θα μιλούν για εκείνον (τηρουμένων των αναλογιών φυσικά) όπως μιλούν οι πατεράδες μας και οι θείοι μας για τον αξεπέραστο Χατζηπαναγή: Δηλαδή για έναν ασύλληπτο βιρτουόζο που τραβούσε στο γήπεδο οπαδούς κι άλλων ομάδων. Έναν αρτίστα που σε έκανε να νιώθεις τυχερός που τον πρόλαβες και εξελίχθηκε ίσως στον θεαματικότερο ξένο που… δεν είχαν ποτέ οι «μεγάλοι»!