Ο Μεγάλος Δικτάτωρ

Είναι απάνθρωπο να ζητάμε κάτι τέτοιο από τον ΛεΜπρόν Τζέιμς. Δεν είναι;

Η μοναξιά.

Η μοναξιά, λένε, τρομάζει μια ψυχή είκοσι ετών.

Μα τι γίνεται όταν από τα 15 σου δεν είσαι ποτέ μόνος; Όταν τ’ αδηφάγα μάτια της υφηλίου είναι καρφωμένα επάνω σου και η συντριπτική πλειονότητα σχεδόν εκλιπαρεί ν’ αποτύχεις, γιατί η σκοτεινιά της ανθρώπινης φύσης είναι ανίκητη;

Τι γίνεται όταν μπαίνεις στο ΝΒΑ ως το πιο φιλόδοξο πρότζεκτ στην ιστορία, ως ένα απαστράπτον ταλέντο που οφείλει να γίνει Hall of Famer γιατί οτιδήποτε άλλο θα είναι εκκωφαντικών διαστάσεων αποτυχία; Και τι γίνεται όταν καταφέρνεις να βρεις την καρδιά των κολοσσιαίων προσδοκιών και να την ξεριζώσεις, σαν να είσαι σκοτεινός πρωταγωνιστής σε ταινία του Ιντιάνα Τζόουνς;

Ο ΛεΜπρόν Τζέιμς μπήκε, το 2003, με την ανεμελιά εφήβου στο ΝΒΑ. Το 2026, 23 ολόκληρες σεζόν αργότερα, είναι ακόμη εδώ. Οι άσπρες τρίχες στα μούσια του είναι περισσότερες κι από αυτές στα μαλλιά του Γκάνταλφ του Λευκού, όμως, θαρρείς λόγω κάποιας φαουστικής συμφωνίας πορτοκαλί αποχρώσεων, συνεχίζει να είναι ένας top-20 παίκτης στην κορυφαία λίγκα του πλανήτη.

Το, απάνθρωπα καταπονημένο, κορμί του παραμένει ένα καινοφανές θαύμα της φύσης που του επιτρέπει να πιάνει λόμπες στην στρατόσφαιρα και να καρφώνει μετά μανίας την μπάλα, «γράφοντας» νούμερα που θυμίζουν παίκτη all-starεπιπέδου στην απόλυτη ακμή του (20.6 πόντοι/ 6 ριμπάουντ/ 7 ασίστ, 1.1 κλέψιμο ανά ματς). Όμως…

 

Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.

 

Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη NBA Africa (@nbaafricaofficial)

Όμως είναι 41 ετών. Σαράντα ενός. Σε ηλικία που όλοι οι συνάδελφοί του έχουν πραγματοποιήσει προ πολλού το όνειρο του μέσου Έλληνα δημοσίου υπαλλήλου (έχουν βγει, δηλαδή, στη σύνταξη), ο LBJ συνεχίζει τη σισύφεια προσπάθειά του για ένα 5ο δαχτυλίδι- μία λεχώνα φενάκη που κυοφορεί άπιαστους ανεμόμυλους.

Ο μεγαλύτερος αντίπαλός του δεν είναι άλλος από τον Μεγάλο Δικτάτορα: τον Χρόνο, που λίγο-λίγο του κλέβει τις αντοχές του, κι ας πιστεύει το ευρύ κοινό πως σ’ αυτή τη μάχη ο «Βασιλιάς» κερδίζει μ’ εντυπωσιακό τρόπο.

Δυστυχώς για όλους εμάς που βρισκόμαστε στην αρχή της μέσης ηλικίας μα αισθανόμαστε ότι είμαστε στο μέσον της παιδικής και πιστεύουμε ακόμη στα παραμύθια, δεν κερδίζει. Χάνει. Όχι πανηγυρικά- διάολε, είναι ο Τζέιμς!- αλλά τα κίτρινα φύλλα έχουν αρχίσει να συσσωρεύονται.

Η φετινή σεζόν αποτελεί το πλέον εμφατικό επιχείρημα υπέρ του Χρόνου: ο ΛεΜπρόν για πρώτη φορά στην περίλαμπρη καριέρα του έχει αναλάβει (οικειοθελώς) τον ρόλο του τρίτου πόλου, πίσω από Λούκα Ντόντσιτς και Όστιν Ριβς. Κάπως έτσι, χάρη σ’ αυτή την προσωπική «θυσία», οι Λέικερς μετατράπηκαν από ομάδα που θα έδινε μάχη για ν’ αποφύγει τα play-in σε πανάξιο διεκδικητή της 3ης θέσης στην, πιο Άγρια κι από τις ταινίες του Λεόνε, Δύση.

Τις τελευταίες ώρες, ωστόσο, οι απανταχού φαν του ΛΑ έχουν πέσει σε κλινικής μορφής κατάθλιψη: ο Λούκα τραυματίστηκε στον αγώνα με τους Θάντερ (σ’ ένα ματς, ειρήσθω εν παρόδω, που αν κυκλοφορούσε σε κασέτα θα κατείχε πανάξια θέση στα πίσω-πίσω ράφια των video club…) και η διάγνωση λέει 4 έως 8 εβδομάδες εκτός. Πάει να πει τέλος η κανονική διάρκεια- και οι λιγοστές ελπίδες του να βγει MVP- και κατά πάσα πιθανότητα και ολόκληρος ο πρώτος γύρος των πλέι-οφ. Σα να μην έφτανε αυτό, στα πιτ για τουλάχιστον 1 μήνα μπήκε και ο Ριβς, με πρόβλημα στα πλευρά.

Και, με τα αταβιστικά αντανακλαστικά ν’ αναλαμβάνουν το τιμόνι, ο κόσμος γι’ άλλη μια φορά στρέφεται στον υπέργηρο τύπο με το 23: τις τελευταίες ώρες τα social media έχουν πλημμυρίσει με μυριάδες βιντεάκια του ΛεΜπρόν στους Χιτ ή του 2018 στους Καβς, και τους φαν των Λέικερς (και όχι μόνο…) να εκλιπαρούν να επιστρέψει αυτή η αγωνιστική εκδοχή του Τζέιμς στο σήμερα. Απόλυτος στόχος; Το να «κουβαλήσει» την ομάδα του για όσο χρειαστεί, έως ότου να επιστρέψει στα παρκέ το θείο βρέφος από την Σλοβενία και η έτερη «λευκή ελπίδα».

Αν θέλουμε να μιλήσουμε με αμιγώς μπασκετικούς όρους, το να έχεις ως πρώτη σου επιλογή τον συγκεκριμένο υπερήλικα σταρ δεν είναι ακριβώς λάθος. Στα παιχνίδια που ο LBJ αφήνει στην άκρη τον… κομμουνισμό των 7-8 σουτ ανά ματς και θυμάται ποιος είναι παίρνοντας 20+, τα νούμερά του είναι άκρως εντυπωσιακά: 28.2 πόντοι (51%-33%-76%), 8 ασίστ, 7.2 ριμπάουντ, 1.6 κλεψίματα μ.ο. Scary hours, που λένε και στα ξένα.

Μα όχι ακριβώς. Το υπέρτατο ζήτημα για τον κάτοχο 563 (ή κάπου εκεί) ρεκόρ στην ιστορία του σπορ είναι η συχνότητατων αναμετρήσεων. Το ταλέντο του και η γνώση του αθλήματος, σε συνδυασμό με αυτή τη φρικώδη, και πέραν πάσης λογικής, αθλητικότητα, του δίνουν τη δυνατότητα να κυριαρχεί ανά διαστήματα στους αγώνες.

Όμως, είναι ανέφικτο να μπορέσει να παίζει σε τοπ επίπεδο μέρα παρά μέρα, όπως θ’ απαιτείται στα πλέι-οφ. Ή, τουλάχιστον, είναι ανέφικτο να είναι τόσο κυριαρχικός που να μπορέσει να βγάλει νικητές τους Λέικερς σε μια σειρά με τους Ρόκετς ή τους Γουλβς ή, πολύ περισσότερο, με τους Νάγκετς (αν γίνει της γνωστής κοπέλας ελευθέρων ηθών το κάγκελο στα εναπομείναντα ματς της regular και βρεθούν αντίπαλοι με το Ντένβερ στον πρώτο γύρο).

Ακόμη κι αν είστε ακραιφνείς ρομαντικοί και πιστεύετε στις νεράιδες που κατοικοεδρεύουν εντός των 4 γραμμών, η πραγματικότητα θα σας αναγκάσει ν’ ανοίξετε διάπλατα τα μάτια.

Το να ζητάει ένας οργανισμός σαν τους Λιμνάνθρωπους από έναν 41χρονο να τους οδηγήσει στη Γη της Επαγγελίας είναι, αλήθεια, υπέροχο.

Υπέροχο και ουτοπικό.

Η μοναξιά στα 20 είναι σίγουρα κάτι το τρομακτικό.

Για εκείνον που εδώ και 26 χρόνια πορεύεται με όλη την πλάση σκαρφαλωμένη στην πλάτη του, μπορεί ν’ αποτελεί το τελευταίο καταφύγιο.

Μόνος του.

Και όλοι τους.

Για μία έσχατη φορά.

Άραγε, Βασιλιά, μπορείς;