Ένα πρωτάθλημα «Μόνο ΑΕΚ»: Ο τίτλος που θεραπεύει μια μεγάλη ενωσίτικη ασθένεια

Έρχονται άλλες εποχές...

Είναι πολύ δύσκολο να εξηγήσεις σε έναν φίλο της ΑΕΚ που παρακαλουθεί ποδόσφαιρο τα τελευταία δέκα χρόνια τι σημαίνει για μια ολόκληρη γενιά οπαδών -εκείνων που βρίσκονται πέριξ των 40- το να την βλέπουν να σηκώνει μια πρωταθληματική κούπα για τρίτη φορά σε μερικά μόνο χρόνια. Ταυτόχρονα επίσης, μοιάζει πολύ δύσκολο εξηγηθεί και το πόσο σημαντικός είναι αυτός ο τίτλος συγκεκριμένα για τη ψυχοσύνθεση μιας οπαδικής βάσης που ήταν ήδη ενεργή για χρόνια όταν είδε την ομάδα να πέφτει στην Γ’ Εθνική. Όχι πως οι άλλοι δυο τίτλοι δεν ήταν σημαντικοί -κάθε άλλο- μα αυτός ο φετινός κουβαλάει έναν πολύ ιδιαίτερο συμβολισμό.

Ναι, το πρωτάθλημα του 2018 ήταν πιο «λυτρωτικό» από τα τελευταία, το «σπάσιμο» 24 ολόκληρων χρόνων χωρίς πρωτάθλημα. Ναι, το πρωτάθλημα του 2023 ήταν το πιο πλήρες, το πιο «γεμάτο» από ποδοσφαιρικής άποψης: το πήρε μια ομάδα που την κοιτούσε όλη η Ελλάδα με ανοιχτό το στόμα για την μπαλάρα που έπαιζε, μια ομάδα που άλλαξε την ατζέντα του ελληνικού ποδοσφαίρου και που άπαντες την αντιλήφθηκαν ως «πρότυπο» που πρέπει να αντιγραφεί τα επόμενα χρόνια. Όμως το φετινό πρωτάθλημα συμβολίζει κάτι πολύ πιο βαθύ, κάτι πολύ πιο εσωτερικό: την θεραπεία μιας διαχρονικής ασθένειας και μέσω αυτής την επικύρωση για το αληθινό μέγεθος της ΑΕΚ στο ελληνικό ποδόσφαιρο – κάτι που ακόμα και οι φίλοι της αμφισβητούσαν μέσα τους τα προηγούμενα χρόνια.

Εντελώς συμβολικά, η θεραπεία αυτή έρχεται μέσω αυτού του τίτλου ακριβώς 30 χρόνια μετά την πρώτη εμφάνισή της. Η φυγή του Μπάγεβιτς το καλοκαίρι του 1996 που κλώνισε τον ψυχισμό του μέσου ΑΕΚτσή ήρθε και έδεσε με την ταυτόχρονη έλευση του Ντέμη στην ομάδα: το ένα είδωλο αντικαταστάθηκε από το άλλο, ο προδότης μας πλήγωσε και ένα δικό μας παιδί, ο ήρωας που είπε «όχι» στα λεφτά του Κόκκαλη για να παίξει στην ομάδα της καρδιάς του ήρθε για να κρατήσει την περηφάνια μας ψηλά. Η συλλογική ψυχολογία που γεννήθηκε σε όλο τον ΑΕΚτσήδικο λαό εκείνο το καλοκαίρι καθόρισε την φυσιογνωμία της ΑΕΚ όχι μόνο τα επόμενα χρόνια μα και τις επόμενες δεκαετίες.

Η ΑΕΚ πορεύτηκε για χρόνια μέσα από την διπλή υπόσταση του ρομαντισμού και της προσωπολατρείας: ψάχναμε κάποιον να ταυτιστούμε και καταλήγαμε να λατρεύουμε πρόσωπα εμμονικά. Φράξιες δημιουργήθηκαν στην κερκίδα και εδραιώθηκαν εκεί για πάντα. Μπαγεβίστικοι εναντίον Αντι-Μπαγεβιτσικών, Ντεμικοί εναντίον Αντι-Ντεμικών, Μελισσανιδικοί εναντίον Αντι-Μελισσανιδικών, τα επιχειρήματα ίδια αλλά από διαφορετικές πλευρές: «να ξεμπλέξουμε από τον Τάδε γιατί μόνο ο Δείνα θα μας κάνει πάλι μεγάλους», το μόνιμο επιχείρημα κάθε φράξιας με τη διαφορά ότι η κάθε μία απλά άλλαζε τα πρόσωπα. Τα δυο προηγούμενα πρωταθλήματα υπήρξαν η πολυαναμενόμενη επαναφορά της ΑΕΚ στη φυσική της θέση αλλά δεν την απάλλαξαν από αυτή την ασθένεια. «Η μαγκιά του Μελισσανίδη το πήρε το ’18» έλεγαν οι μεν. «Όχι βέβαια, ο μεγάλος Μανόλο το πήρε και πρέπει να τον ξαναφέρουμε», έλεγαν οι δε. «Αλμέιδαααα», φωνάζαμε εμμονικά κάποιοι ακόμα και δυο χρόνια μετά το ’23 πεισμένοι πως θα είναι καταστροφικό να φύγει ο προπονητής του νταμπλ. «Να φύγει ο πουθενάς, ο παπατζής, η αιτία του κακού», αναποδογύριζαν τον αφορισμό οι «απέναντι».

Να γιατί το φετινό πρωτάθλημα είναι turning point για αυτή την ομάδα. Δεν υπήρξε απρόσμενο μόνο για αγωνιστικούς λόγους, δεν είχε να κάνει μόνο με το ότι η ΑΕΚ έπιασε στον ύπνο τα δυο υπεροπτικά φαβορί του που νόμιζαν ότι έστω και με μέτριες ομάδες στο τέλος θα μείνουν οι δυο τους να το διεκδικούν. Ήταν απρόσμενο διότι κανείς δεν πίστευε ότι η ΑΕΚ έχει τα φόντα να είναι πρωταθλήτρια μόνο και μόνο για έναν λόγο: γιατί -διάολε- είναι η ΑΕΚ.

Πως να εξηγήσεις σε έναν κόσμο που ταυτίστηκε τόσο πολύ με πρόσωπα ότι δεν έγινε κάτι που έφυγε ο Μελισσανίδης για να έρθει στην διοικητική ηγεσία κάποιος που μέχρι και πριν δυο χρόνια μάλλον δεν έβλεπε καν ποδόσφαιρο: κάθε πρωτάθλημά της από το ’93 και μετά συνδέθηκε με τον Τίγρη, είναι δυνατόν να το πάρει με έναν χθεσινός ραλίστα στην ηγεσία της μόλις στη δεύτερη χρονιά του; Πως να εξηγήσεις σε έναν κόσμο που έχει μάθει πως για να πάρει η ομάδα πρωτάθλημα πρέπει ποδοσφαιρικά να είναι μια ομάδα εμφανώς ανώτερη από τον ανταγωνισμό ότι μια μεταβατική σεζόν δεν αναιρεί τον πρωταθλητισμό; Με έναν Νίκολιτς που ακόμα «χτίζει», καμουφλάρει αδυναμίες, διαχειρίζεται καταστάσεις μιας ομάδας που ακόμα μαθαίνει, με έναν Ριμπάλτα που ο ίδιος χαμηλώνει τις προσδοκίες λέγοντας ότι η ομάδα θέλει τρεις μεταγραφικές περιόδους για να είναι αυτή που πρέπει, είναι δυνατόν να πάρει η ΑΕΚ πρωτάθλημα; Να το σηκώσει εν μέσω μεταβατικής περιόδου κόντρα σε οργανισμούς με εδραιωμένους προέδρους και προπονητές; Ναι, γίνεται. Γιατί -διάολε- μιλάμε για την ΑΕΚ.

Το φετινό πρωτάθλημα συμβολίζει το τέλος της προσωπολατρειας. Κατακτιέται χωρίς τον Μπάγεβιτς, χωρίς τον Μελισσανίδη, χωρίς κανέναν «νέο Μπάγεβιτς» και χωρίς κανέναν «νέο Μελισσανίδη». Κατακτιέται από ομάδα που έχει Όνομα, έχει Κόσμο, έχει Ιστορία. Κατακτιέται από την ΑΕΚ για έναν λόγο. Επειδή η ΑΕΚ είναι η ΑΕΚ. Και αυτό αρκεί για να είναι πρωταθλήτρια.

1996-2026: το φινάλε μιας εποχής, η έναρξη μιας άλλης. Το «Μόνο ΑΕΚ» είναι πια κυριολεκτικό. Έρχονται άλλες εποχές. Φίλοι και αντίπαλοι αυτής της ομάδας το καταλαβαίνουν πια με δέος…