Η δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου και η φασιστική βαρβαρότητα του «ναι μεν, αλλά...»
Editorial

Η δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου και η φασιστική βαρβαρότητα του «ναι μεν, αλλά…»

Τα «ναι μεν αλλά...» και οι «διορθώσεις» του χαρακτήρα του δολοφονημένου δεν πρέπει να αποτελέσουν το όχημα της μετατόπισης της ουσίας από αυτό που αναδεικνύεται από το εν λόγω θλιβερό περιστατικό

Το όνομα του Ζακ Κωστόπουλου διαδόθηκε ευρέως στην ελληνική κοινωνία μέσα σε ένα μόλις 24ωρο, όταν και έγινε γνωστό πως είναι αυτός  ο οποίος σκοτώθηκε -κυριολεκτικά- στο ξύλο στην Ομόνοια επειδή, σύμφωνα πάντα με μια κυρίαρχη αφήγηση που τελικά αμφισβητείται, επιχείρησε να ληστέψει ένα κοσμηματοπωλείο.

Στο μεγάλο ιντερνετικό καφενείο όπου ο κοινωνικός διάλογος παίρνει κάθε μέρα σάρκα και οστά, το ζήτημα της δολοφονίας στην Ομόνοια είχε αρχίσει να αποκτά κεντρικά χαρακτηριστικά από την Παρασκευή το βράδυ. Το σχετικό σοκαριστικό βιντεάκι που ούτε λίγο ούτε πολύ έδειχνε έναν άνθρωπο να λιντσάρεται από επίδοξους Δικαστές Ντρεντ, είχε κάνει ήδη την εμφάνισή του από νωρίς και τα στρατόπεδα διαμορφώνονταν σταθερά: από την μια εκείνοι που αδιάλλακτα δήλωναν τον αποτροπιασμό τους για μια μεσαιωνικού τύπου αφαίρεση ζωής, από την άλλοι οι «ναι μεν αλλά…».

Η δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου και η φασιστική βαρβαρότητα του «ναι μεν, αλλά...»

Όταν έγινε γνωστό πως ο δολοφονημένος είναι ο Ζακ Κωστόπουλος, μια απρόσωπη περιγραφή προσωποποιήθηκε. Το γεγονός ότι ήταν δηλωμένος gay και οροθετικός σε συνδυασμό με το ότι ήταν ταυτόχρονα και χρήστης ναρκωτικών αναβάθμισε τα χαρακτηριστικά της σύγκρουσης των δυο προαναφερθέντων στρατοπέδων: τα «ναι μεν αλλά…» έγιναν ακόμα πιο έντονα και εκείνοι που γνώριζαν ποιος είναι ο Ζακ Κωστόπουλος αντιτέθηκαν με ακόμα μεγαλύτερη ένταση σε αυτά.

Ο Ζακ ήταν ένας πολύ ταλαντούχος καλλιτέχνης. Ήταν επίσης ένας άνθρωπος που αγωνιζόταν ενάντια στην διάχυτη ομοφοβία που επικρατεί στην ελληνική κοινωνία, την οποία άλλωστε είχε ζήσει στο πετσί του από την παιδική του ηλικία με πολύ βίαιους όρους. Αγωνιζόταν για την άρση του κοινωνικού στιγματισμού των οροθετικών ανθρώπων. Και ταυτόχρονα, ήταν ένας ακτιβιστής υπέρ των κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων. Ακόμα, ήταν μια τρομακτικά χαρισματική πένα: τα δημόσια γραπτά του συγκινούσαν και ενέπνεαν πολλούς ανθρώπους.

Σε ένα άλλο σύμπαν, ο κόσμος θα τον αντιλαμβανόταν σαν έναν «καταραμένο διανοούμενο». Θα ήταν το αρχέτυπο της μεγάλης προσωπικότητας που τα καταστροφικά της στοιχεία της προσδίδουν επιπλέον γοητεία. Όμως σε αυτό το σύμπαν ο Κωστόπουλος είχε και ένα χαρακτηριστικό που δεν μπορεί να συγχωρεθεί: ήταν φτωχός. Και αν είσαι φτωχός, τότε όσο σημαντικός και αν είσαι, δεν δικαιούσαι να διακατέχεσαι από το παραμικρό ψήγμα ατέλειας: κάθε κοινωνικό στίγμα που προστίθεται στο κορμί σου και στην ύπαρξή σου νομοτελειακά διογκώνεται.

Ο Κωστόπουλος δεν δολοφονήθηκε απλά από ανθρώπους αλλά και από μια κοινωνική συνθήκη. Οι όροι και οι προϋποθέσεις που ενεργοποίησαν το απάνθρωπο λιντσάρισμά του ήταν όλα εκείνα που ο ίδιος αντιμαχόταν κάθε μέρα. Ο Ζακ Κωστόπουλος δολοφονήθηκε από τον κοινωνικό ρατσισμό που αντιπάλευε κάθε μέρα της ζωής του. Το «τέρας» με το οποίο αναμετρήθηκε ήταν τελικά αυτό που τον νίκησε. Όσα «ναι μεν αλλά…» και αν συνοδεύσουν την χυδαιότητα της δολοφονίας του, τίποτα δεν μπορεί να σχετικοποιήσει αυτή την αναμφισβήτητη αλήθεια: ο τρόπος που «έφυγε» ήταν η απόλυτη επιβεβαίωση των αγωνιών του.

Σκοτώθηκε ο Ζακ Κωστόπουλος εξαιτίας μιας αποτυχημένης απόπειρας κλοπής; Μπορεί. Μπορεί και όχι. Όσοι τον γνωρίζουν καλά αδυνατούν να το πιστέψουν. Όσο και αν τα καθεστωτικά ΜΜΕ προβάλλουν σαν αναμφισβήτητο το συγκεκριμένο σενάριο, το βίντεο που για την ώρα αποτελεί το μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδεικνύει τίποτα άλλο πέρα από το ότι ο Κωστόπουλος βρέθηκε εγκλωβισμένος και τρομοκρατημένος μέσα σε ένα κοσμηματοπωλείο προτού δεχθεί ένα πρωτοφανές λιντσάρισμα.

Η δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου και η φασιστική βαρβαρότητα του «ναι μεν, αλλά...»

Το σενάριο που θέλει τον Ζακ Κωστόπουλο να κυνηγιέται από μια ομάδα ανθρώπων που ήθελε να τον χτυπήσει, μια κατάσταση που ο ίδιος βίωνε πολύ συχνά στο κέντρο της Αθήνας όπου και κατοικούσε εξαιτίας της δηλωμένης gay ταυτότητάς του, και γι’ αυτό το λόγο κλείστηκε εκεί μέσα για να ακολουθήσει η βαρβαρότητα που ακολούθησε, αποκτά όλο και περισσότερο έδαφος. Στην πραγματικότητα, ταιριάζει πολύ περισσότερο με το προφίλ του. Όμως υπάρχει ένα πολύ βασικό πρόβλημα με όλη αυτή την σεναριολογία: δεν έχει την παραμικρή σημασία.

Όλα αυτά έχουν νόημα μόνο σε νομικό επίπεδο αλλά κανένα σε κοινωνικό. Η ουσία είναι μια: στο κέντρο της Αθήνας, ένας άνθρωπος λιντσαρίστηκε από κάποιους τύπους που θεωρούν αυτονόητο δικαίωμά τους να είναι αυτόκλητοι τιμωροί. Ένας άνθρωπος σκοτώθηκε διότι για μια πλευρά της κοινωνίας είναι απόλυτα λογικό κάποιος που είναι πεσμένος στο έδαφος και ανήμπορος να αντιδράσει να δέχεται κλωτσιές στο κεφάλι. Ναι, αν ο Ζακ δεν επιχείρησε να κλέψει το κατάστημα έχουμε μια διαστρέβλωση της πραγματικότητας. Αλλά τίποτα δεν μπορεί να σχετικοποιήσει την βαρβαρότητα του περιστατικού: είτε μιλάμε για επίδοξο ληστή είτε για κάποιον που επιχείρησε να προστατευτεί, έχουμε να κάνουμε με ένα ρατσιστικό και κανιβαλιστικό έγκλημα, τελεία και παύλα.

Τα «ναι μεν αλλά…» και οι «διορθώσεις» του χαρακτήρα του δολοφονημένου δεν πρέπει να αποτελέσουν το όχημα της μετατόπισης της ουσίας από αυτό που αναδεικνύεται από το εν λόγω θλιβερό περιστατικό: το αυγό του φιδιού σπάει κάθε μέρα στην ελληνική κοινωνία. Σπάει κάθε φορά που ένας πεσμένος άνθρωπος τρώει ξύλο με δολοφονικό μίσος, κάθε φορά που κάποιος πιστεύει ότι ο Παύλος Φύσσας «τα ήθελε και τα έπαθε γιατί πήγε να το παίξει ήρωας», κάθε φορά που έστω και ένας άνθρωπος αναρωτιέται «τι έκανε στα Εξάρχεια ο 15χρονος Γρηγορόπουλος».

Κάθε «ναι μεν αλλά…» στρώνει το χαλί σε δολοφονίες. Ανάμεσα σε διάφορους άλλους είναι πλέον και ο Ζακ ένας από εκείνους που του οφείλουμε να τσακίσουμε το «ναι μεν αλλά…» σε κάθε πτυχή του κοινωνικού διαλόγου.