Μόνο θλίψη… Αυτό είναι το συναίσθημα που δημιουργείται στους Έλληνες εργαζόμενους κάθε φορά που στο τραπέζι πέφτει η είδηση περί αυξήσεων στους μισθούς. Μετά τα μνημόνια οι κυβερνήσεις βγαίνουν με… περηφάνια να ανακοινώσουν αυξήσεις τουλάχιστον σε ό,τι αφορά στους κατώτατους, αποφεύγοντας να κοιτάξουν κατάματα το τι ισχύει στην πραγματικότητα.
Και η πραγματικότητα δεν αστειεύεται ούτε λέει ψέματα. Η Ελλάδα, με βάση τα επίσημα στοιχεία της Eurostat που δόθηκαν στη δημοσιότητα στα τέλη της προηγούμενης χρονιάς, βρίσκεται μόλις στην 3η θέση (αλλά δυστυχώς από το τέλος) της λίστας των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον μέσο ετήσιο μισθό. Πάνω μόνο από την Ουγγαρία και την ουραγό Βουλγαρία.
Μέσα σε μόλις ένα χρόνο μας ξεπέρασαν χώρες όπως η Ρουμανία και η Πολωνία καθώς εκεί οι εργαζόμενοι είδαν μέσες αυξήσεις στους μισθούς τους της τάξης του 17,76% και 16,57%, αντίστοιχα, την ώρα που στην Ελλάδα καταγράφεται άνοδος μόλις 3,69%. Ακόμη μεγαλύτερη… κατάθλιψη δημιουργούν οι προβλέψεις με βάση τις τάσεις που παρατηρούνται. Όλα δείχνουν ότι στις επόμενες δημοσιεύσεις είναι πολύ πιθανό να είμαστε πάνω μόνο από τη γειτονική Βουλγαρία, στην προτελευταία θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η ασυδοσία των εργοδοτών
Γιατί συμβαίνει, όμως, αυτό, ενώ ανακοινώνονται διαδοχικές αυξήσεις στον κατώτατο μισθό; Γιατί αυτές οι αυξήσεις δεν ανεβάζουν έστω και λίγο τον μέσο μισθό; Η απάντηση βρίσκεται στις συνέπειες της οικονομικής κρίσης, τις θυσίες που κληθήκαμε σχεδόν όλοι να κάνουμε και τις τεράστιες αλλαγές στη νομοθεσία οι οποίες έφτιαξαν ένα πλαίσιο γεμάτο «παραθυράκια» για τους μεγαλοεργοδότες και όχι μόνο.
Η απουσία συλλογικών και κλαδικών συμβάσεων εργασίας αλλά και η… ελαστικότητα στην εφαρμογή τους είναι ο λόγος για τον οποίο η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων συρρικνώνεται. Πώς συμβαίνει αυτό; Για ευκολία, ας υποθέσουμε ότι ο κατώτατος μισθός είναι 1.000 ευρώ και η κυβέρνηση ανακοινώνει μια αύξηση, ας πούμε 10%. Με απλά μαθηματικά αυτό σημαίνει ότι ο νέος κατώτατος θα διαμορφωθεί στα 1.100. Αν υπήρχε αναλογία, κάποιος που αμείβεται με 1.500, θα έπρεπε να παίρνει πλέον 1.650. Αμ δε…
Η «μαγικός» όρος που επιτρέπει σε πολλές επιχειρήσεις να καταβάλουν την αύξηση, αλλά μόνο στα χαρτιά, είναι η περίφημη «οικειοθελής» παροχή. Σε πολλές ατομικές πια συμβάσεις, ο εργοδότης αντί για ονομαστικό μισθό 1.500 ευρώ, κάνει το εξής κόλπο. Αναγράφει ότι δίνει στον εργαζόμενο τον βασικό, δηλαδή στο παράδειγμά μας 1.000 ευρώ και τα άλλα 500 αποτελούν δική της «οικειοθελή παροχή». Με την υποσημείωση πάντα ότι έχει το δικαίωμα να αναπροσαρμόσει κατά τη δική της κρίση το ύψος της.
Όταν λοιπόν αυξάνεται ο κατώτατος (ή βασικός), παραμένει νομότυπη αυξάνοντας κι εκείνη τις κατώτατες αποδοχές από 1.000 στα 1.100 αλλά την ίδια ώρα μειώνει ισόποσα την «οικειοθελή παροχή» της. Έτσι, στην ανάλυση του μισθού αντί να γράφει 1.000 ευρώ κατώτατος + 500 ευρώ «παροχή», βλέπεις ένα 1.100 κατώτατος + 400 «παροχή» και μένεις στα 1.500 για πάντα…
Ο Δημήτρης Σαββίδης και η Ολλανδία
Τα βίντεο που ανεβάζει συχνά στα social media ο Δημήτρης Σαββίδης από την Ολλανδία προκαλούν κατά καιρούς διφορούμενες αντιδράσεις. Ανεξάρτητα από τα κίνητρά του, το ύφος του ή το αν τον συμπαθείς ή όχι, δεν μπορείς να τον κατηγορήσεις για ψέματα όταν συγκρίνει το τι ισχύει στη χώρα που ζει και εργάζεται και την σύγκριση σε σχέση με όσα συμβαίνουν πίσω στην πατρίδα.
Σε ένα από αυτά αναφέρθηκε και στις ετήσιες αυξήσεις μισθών οι οποίες (φανταστείτε) δίνονται σε άλλα κράτη, ανεξάρτητα με το αν έχουν περισσότερο ή λιγότερο… καπιταλιστική κατεύθυνση στην οικονομία τους.
Εκεί, λοιπόν, ο μισθός μπορεί να αυξηθεί από τρεις παράγοντες. Ο ένας είναι η ετήσια αύξηση του πληθωρισμού. Ανάλογα με αυτήν αυξάνεται και ο μισθός ώστε οι απολαβές των εργαζομένων να ακολουθούν τις ανόδους των τιμών και να μην μειώνεται η αγοραστική δύναμή τους. Οι πιο παλιοί ίσως να θυμούνται την περίφημη Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή που δινόταν ακριβώς έτσι και αποτελούσε ένα είδος μαξιλαριού ασφαλείας.
Ο δεύτερος τρόπος είναι αύξηση βάσει της ατομικής απόδοσης και των στόχων που ενδεχομένως πιάσει. Στην Ελλάδα τέτοιες αντιστοιχίες συνήθως συναντάς μόνο σε περιπτώσεις πωλήσεων, ενώ για τον τρίτο τρόπο που αναφέρει στο βίντεό του, δεν το συζητάμε καν. Εκεί, λέει, δίνουν αύξηση οι ίδιες οι εταιρείες όταν βελτιώνεται η παραγωγικότητα και αυξάνονται τα κέρδη τους.
Θυμάστε εσείς πότε ήταν η τελευταία φορά που στη χώρα μας μια εταιρεία (τράπεζες, ενέργεια, τηλεφωνία, εμπόριο κ.τ.λ) ανακοίνωσε αυξήσεις εσόδων ή κερδών και το δελτίο Τύπου κατέληγε με τη φράση «ας το γιορτάσουμε με αυξήσεις για όλους τους εργαζομένους;»…