Μια μέρα μετά το δυστύχημα των Τεμπών, με την ελληνική κοινωνία να βρίσκεται ακόμα σε τεράστιο σοκ και το πένθος να διαχέεται από τη μια άκρη της χώρας ως την άλλη, η κυβέρνηση είχε λοιδορηθεί για την πρώτη επικοινωνιακή αντίδρασή της, η οποία δεν είχε πείσει (σχεδόν) κανέναν. Αυτή είχε να κάνει με μια σειρά (δήθεν) αυθόρμητων φωτογραφιών από το έκτακτο υπουργικό συμβούλιο που έλαβε χώρα μετά την τραγωδία και στις οποίες τα στελέχη της κυβέρνησης απεικονίζονταν σοκαρισμένα, συντετριμμένα, σαν να μην τους χωρούσε ο τόπος που με τις πολιτικές τους ευθύνες είχαν οδηγήσει τόσους ανθρώπους στον θάνατο.
Το όλο σκηνικό είχε εκληφθεί ως ένα κακοσκηνοθετημένο σκετς, που ουδόλως έμοιαζε να σχετικοποιεί την αγανάκτηση του κόσμου. Ωστόσο, αν μη τι άλλο, έδειχνε τη διάθεση από τη μεριά της κυβέρνησης να διαχειριστεί το θέμα με ταπεινότητα και διάθεση απολογίας. Δύο χρόνια μετά, κοιτώντας τις αντιδράσεις των πρωτοκλασάτων στελεχών της κυβέρνησης στις δημόσιες δηλώσεις τους απέναντι σε όσους συνεχίζουν να τους ασκούν κριτική για τα Τέμπη, θα μπορούσε κανείς να υποθέσει πως στο μεσοδιάστημα η κυβέρνηση είχε καταφέρει να αποδομήσει με πειστικότητα όσους της επιτίθονταν για το θέμα.
Οι αγανακτισμένες δηλώσεις άνηκαν πλέον στους κυβερνώντες που αυτή τη φορά τα έβαζαν με όσους τολμούσαν να κρατάνε το θέμα ανοιχτό, η ταπεινότητα είχε δώσει τη θέση της σε μια πρωτοφανή υπεροψία, οι οργισμένες κραυγές άνηκαν αυτή τη φορά στα πλέον προβεβλημένα στελέχη της Νέας Δημοκρατίας. Αν ζούσε κανείς σε μια γυάλα και επιχειρούσε να βγάλει συμπέρασμα για την κοινωνική συνθήκη μόνο με βάση τα όσα έβλεπε στην τηλεόραση θα έμοιαζε μάλλον λογικός ο ισχυρισμός του Γεωργιάδη και του Βορίδη πως τα κόμματα της αντίπολίτευσης επιχειρούν να κρατήσουν ζωντανό ένα ξεπερασμένο θέμα προκειμένου να το εργαλοποιήσουν πολιτικά προς όφελός τους. Όποιος δεν ζει σε γυάλα όμως, εύκολα καταλάβαινε τι ακριβώς συνέβαινε: η κυβέρνηση δεν συγκρουόταν με κάποια κόμματα αλλά με σύσσωμη την συντριπτική πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας.
Οι μεγαλειώδεις συγκεντρώσεις που έλαβαν χώρα την 28η Φεβρουαρίου ήρθαν απλά να επιβεβαιώσουν αυτή την πραγματικότητα: το ζήτημα των Τεμπών αποκτά χαρακτηριστικά «Κινήματος (μιας) Γενιάς» με όρους που μόνο η εξέγερση του Πολυτεχνείου του 1973 μοιάζει να μπορεί να συγκριθεί μαζί του. Όσοι άλλωστε βρεθήκαμε στον δρόμο αυτή τη μέρα μπορούμε να επιβεβαιώσουμε πως πρόκειται εύκολα για τη μεγαλύτερη συγκέντρωση της τελευταίας 20ετίας, οι πιο παλιοί λένε πως τέτοιο πράγμα είχε να συμβεί από τις σκοτεινές μέρες της δεκαετίας του ’70 και τις πρώτες μεταπολιτευτικές διαδηλώσεις εκείνης της περιόδου. Είναι βέβαιο πως σε μερικές δεκαετίες από σήμερα το «ήμουν και εγώ στον δρόμο την 28η Φλεβάρη» θα ανταγωνίζεται σε επίπεδο λαϊκής αφήγησης το «ήμουν και εγώ στο Πολυτεχνείο» της γενιάς της Μεταπολίτευσης.
Το ακόμα πιο εντυπωσιακό αυτής της ιστορίας είναι πως η τωρινή συνθήκη έρχεται δυο ολόκληρα χρόνια μετά το δυστύχημα των Τεμπών και ενώ έχει προηγηθεί μια εκλογική επίδειξη δύναμης της Νέας Δημοκρατίας που γκρέμισε με εκκωφαντικό τρόπο τις εκτιμήσεις πως το σοκ του δυστυχήματος θα έφτανε και θα περίσσευε για να της στοιχίσει την εξουσία, γεγονός πρωτοφανές σε μια εποχή που η επικαιρότητα αλλάζει με ιλιγγιώδεις ρυθμούς και ο πολιτικός χρόνος μοιάζει πιο πυκνός από ποτέ.
Για το γεγονός βέβαια πως τα Τέμπη όχι απλά άντεξαν στον χρόνο ως ζήτημα αλλά προκαλούν έστω και ετεροχρονισμένα μια τεραστίων διαστάσεων κρίση κοινωνικής ηγεμονίας στην κυβέρνηση υπάρχουν συνδυαστικές εξηγήσεις: αφενός, αυτό συνέβη λόγω του θορύβου που οι συγγενείς των θυμάτων συνεχίζουν να προκαλούν με αμείωτη ένταση στη δημόσια σφαίρα και αφετέρου, διότι ακριβώς μετά την εκλογική νίκη της Νέας Δημοκρατίας το καλοκαίρι του 2023, η υπεροψία της (και) για αυτό το θέμα απελευθερώθηκε τόσο ανεξέλεγκτα που την έκανε ευρέως αντιπαθητική.
Το πραγματικά δύσκολο, ως προς την απάντησή του, ερώτημα είναι άλλο: γιατί τα Τέμπη δεν ρίχνουν την κυβέρνηση; Ή τέλος πάντων, γιατί η συζήτηση για την πτώση της μοιάζει για την ώρα περισσότερο θεωρητική και λιγότερο αληθινή; Τα χρόνια των Μνημονίων άλλωστε και οι μαζικές κινητοποιήσεις που τα συνόδευσαν έχουν ήδη αποδείξει ακόμα και στους μεγαλύτερους σκεπτικιστές αναφορικά με την πρακτική των διαδηλώσεων πως αυτές είναι ικανές να προκαλέσουν τριγμούς στις κυβερνήσεις και να αλλάξουν μέσα σε πολύ λίγο χρόνο τους πολιτικούς συσχετισμούς.
Για την ώρα ωστόσο κάτι τέτοιο δεν διαφαίνεται: αν τότε, την προηγούμενη δηλαδή περίοδο μεγάλης εξόδου του πλήθους στους δρόμους, η τρομακτικά γρήγορη μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ από μικρομεσαίο κόμμα σε ηγεμονική δύναμη της κοινωνικής διαμαρτυρίας απέναντι στους θεσμούς γέμισε άμεσα το πολιτικό κενό που δημιουργήθηκε, στο σήμερα αντίστοιχη δύναμη δεν διαφαίνεται. Να γιατί η κυβέρνηση νιώθει πως έχει την άνεση να απαντάει με επιθετικότητα στην κοινωνική οργή: αυτή την τελευταία κανείς δεν (διαφαίνεται να) μπορεί να την εκφράσει με κυβερνητικούς όρους. Υπό μια έννοια βέβαια, αυτό φανερώνει και σε ένα άλλο επίπεδο την τρομακτική δυναμική του ζητήματος των Τεμπών:τα σχήματα μέσω των οποίων μάθαμε να «διαβάζουμε» την επικαιρότητα, αχρηστεύονται (για την ώρα;) μπροστά τους.
Σε μια εποχή που αντικειμενικά διαμορφώνεται ένα μεγάλο πολιτικό κενό που κανείς δεν μπορεί να καλύψει, η έννοια της λεγόμενης «κρίσης αντιπροσώπευσης», η διαχεόμενη κοινωνικά αίσθηση δηλαδή πως οι εξουσιαστικοί μηχανισμοί λειτουργούν σε αντιπαράταξη με τα συμφέροντα της κοινωνίας, γίνεται πιο κυριολεκτική από ποτέ. Και αυτό ως φαινόμενο έχει απρόβλεπτες δυνητικές καταλήξεις, εκ διαμέτρου αντίθετες μεταξύ τους: από τη μια, η πιθανότητα διαμόρφωσης ενός πεδίου απέραντης αντι-πολιτικής και από την άλλη, το ξεπήδημα συνειδήσεων που γεννιέται μέσα τους με όλο και πιο επιτακτικό τρόπο η αγωνία εύρεσης μιας εναλλακτικής πολιτικής. Στην πρώτη περίπτωση ο δρόμος για την περεταίρω γιγάντωση της ακροδεξιάς ατζέντας, σε μια συγκυρία που αυτή έτσι κι αλλιώς επελαύνει παγκοσμίως, θα έχει ανοίξει διάπλατος. Στην δεύτερη περίπτωση, η ανάδυση μιας αληθινά κοινωνικής αντιπολίτευσης, μιας κοινωνικής βάσης που θα επιχειρεί να ασκεί πολιτική για τον εαυτό της θα διαμορφώσει κοινωνικούς συσχετισμούς που δεν χωράνε σε εκλογικά αποτελέσματα αλλά αλλάζουν ολόκληρες κοινωνίες.
Σε αντιδιαστολή με τις απελπισμένες κραυγές περί «μη πολιτικοποίησης» του ζητήματος των Τεμπών (κραυγές βαθιά πολιτικές επί της ουσίας με έναν ειρωνικό τρόπο), τα Τέμπη γίνονται ένα πεδίο πολιτικής διαμάχης τάσεων και λογικών που συγκρούονται μεταξύ τους – ακόμα και οι γονείς των θυμάτων, ως πρωτοπόροι της συντήρησης του ζητήματος στον αφρό της επικαιρότητας, μοιάζουν να διαλέγουν σε αυτή τη διαμάχη τη θέση τους (και δεν είναι ενιαία…). Η περιόδος είναι μεταβατική, άγρια και ανεξέλεγκτη. Τελικά, μάλλον ακριβώς αυτή η μεταβατική υφή της είναι που δίνει ανάσες πολιτικής επιβίωσης στην κυβέρνηση.
Όμως προσοχή: όσοι θεωρούν πως ενδεχόμενη πτώση της θα είναι ένα de facto θετικό γεγονός, αναμένεται να απογοητευτούν σύντομα σε περίπτωση που υποτιμήσουν τις απρόβλεπτες διαδρομές της κοινωνικής κίνησης…