Έχει κάτι το σχεδόν κωμικό – αν δεν ήταν πολιτικά αποκαρδιωτικό – το πόσοι και ποιοι ανακάλυψαν ξαφνικά την ιερότητα των «κεκτημένων δικαιωμάτων», με αφορμή τις δηλώσεις της Μαρίας Καρυστιανού για τις αμβλώσεις.
Ξαφνικά, το δικαίωμα αυτοδιάθεσης της γυναίκας έγινε αδιαπραγμάτευτο, αυτονόητο. Eκτός συζήτησης. Κι έτσι πρέπει, φυσικά, να είναι. Μόνο που το υποστηρίζουν με ύφος… βαθιά προσβεβλημένο άνθρωποι που τα τελευταία χρόνια έχουν δείξει αξιοσημείωτη ευελιξία όταν πρόκειται για άλλα, εξίσου συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα.
Ας είμαστε ειλικρινείς. Οι δηλώσεις της Καρυστιανού για τις αμβλώσεις είναι προβληματικές. Δεν είναι απλώς «ατυχείς», ούτε παρεξηγήθηκαν, ούτε διαστρεβλώθηκαν από τα Μ.Μ.Ε. «Αγγίζουν» έναν σκληρό πυρήνα συντηρητικής σκέψης, που έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με βασικές κατακτήσεις του φεμινιστικού και προοδευτικού κινήματος. Και όσοι προοδευτικά σκεπτόμενοι άνθρωποι είχαν επενδύσει πολιτικά ή συναισθηματικά στο πρόσωπό της, δικαιολογημένα βλέπουν πολύ γρήγορα μια εικόνα να θολώνει. Όχι μόνο λόγω του συντηρητικού υποστρώματος που «φωτογραφίζουν» οι απόψεις της περί αμβλώσεων, αλλά και λόγω του ιδεολογικού στίγματος ανθρώπων που φαίνεται να τη στελεχώνουν.
Ωστόσο υπάρχει κάτι στρεβλό όταν στην κριτική κατά της Μαρίας Καρυστιανού ηγούνται εκείνοι που επί χρόνια αντιμετώπισαν τα δικαιώματα σαν κάτι σχετικό. Σαν κάτι που προστατεύεται όταν συμφέρει και «επαναπροσδιορίζεται» όταν ενοχλεί.
Είναι οι ίδιοι που δεν είδαν κανένα πρόβλημα όταν το συνταγματικά προστατευμένο δικαίωμα της ιδιωτικότητας έγινε λάστιχο με τις υποκλοπές. Οι ίδιοι που αντιμετώπισαν τις ανεξάρτητες Αρχές όχι ως θεσμικά αντίβαρα, αλλά ως εμπόδια που μπροστά στο κομματικό συμφέρον πρέπει είτε να ελεγχθούν είτε να απονευρωθούν.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα: οι παρεμβάσεις στον τρόπο συγκρότησης και λειτουργίας ανεξάρτητων Αρχών, με αλλαγές στις απαιτούμενες πλειοψηφίες της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής. Εκεί όπου το Σύνταγμα προβλέπει αυξημένες συναινέσεις ακριβώς για να διασφαλίζεται η ανεξαρτησία, επιλέχθηκαν ερμηνείες και ρυθμίσεις που μείωναν στην πράξη το βάρος αυτών των πλειοψηφιών. Όχι επειδή άλλαξε η θεσμική φιλοσοφία, αλλά επειδή δεν «έβγαινε» η σύνθεση που βόλευε.
Και φυσικά, είναι οι ίδιοι που δεν είχαν κανέναν ενδοιασμό να περιορίσουν στην πράξη το δικαίωμα του συνέρχεσθαι. Να ερμηνεύσουν το άρθρο 11 του Συντάγματος με τέτοιον τρόπο ώστε μια διαδήλωση να μπορεί να απαγορευτεί όχι επειδή συντρέχουν σοβαροί λόγοι δημόσιας ασφάλειας, αλλά επειδή «ενοχλεί» χωροταξικά ή αισθητικά. Όπως συνέβη με απαγορεύσεις συγκεντρώσεων γύρω από το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη, μέσω ρυθμίσεων και τροπολογιών που περισσότερο θύμιζαν τεχνικό τέχνασμα παρά συνταγματική σοβαρότητα.
Αυτοί οι άνθρωποι λοιπόν εμφανίζονται σήμερα σοκαρισμένοι από την ιδέα ότι ένα δικαίωμα «αμφισβητείται». Φυσικά δεν «άκουσαν» τίποτα όταν υπουργός της κυβέρνησης ανέφερε ως προσωπική άποψη ότι τάσσεται υπέρ της οπλοκατοχής. Και ομοίως δεν θα είχαν «ακούσει» τίποτα αν ο ίδιος υπουργός έλεγε αυτά που είπε η κα. Καρυστιανού για τις αμβλώσεις.
Μιλούν «εξ ονόματος» των δικαιωμάτων, από τη θέση τάχα αυτού που έχει το ηθικό πλεονέκτημα. Όμως τα δικαιώματα δεν είναι α λα καρτ. Δεν μπορείς να τα επικαλείσαι επιλεκτικά, ούτε να τα χρησιμοποιείς ως επιχείρημα κατά πολιτικών (ή «σοσιαλμιντιακών») αντιπάλων, αφού πρώτα τα έχεις περιφρονήσει όταν κρίθηκαν αντίξοα.
Ναι, οι απόψεις της Καρυστιανού για τις αμβλώσεις είναι βαθιά αναχρονιστικές και δικαίως κρίνονται. Άλλο όμως η ουσιαστική κριτική και άλλο η όψιμη ευαισθησία, απ’ όσους θυμήθηκαν ξαφνικά τη σημασία των «αδιαπραγμάτευτων δικαιωμάτων».