Τυχεροί οι 200 της Καισαριανής

Έφυγαν χωρίς να μάθουν ότι οι επόμενοι δεν έμαθαν τίποτα από τη συνέπειά τους

Πώς μπορεί να χαρακτηριστεί «τυχερός» ένας άνθρωπος που στέκεται μπροστά σε εκτελεστικό απόσπασμα; Που τον έχουν ήδη φυλακίσει, βασανίσει, παραδώσει ελληνικά χέρια σε γερμανικά; Που ξέρει ότι σε λίγα λεπτά θα σωριαστεί στο χώμα;

Οι φωτογραφίες που ήρθαν στο φως 82 χρόνια μετά είναι συγκλονιστικές ακριβώς γιατί αποτυπώνουν μια στιγμή καθαρής βεβαιότητας. Πρόσωπα ήρεμα. Κάποιοι τραγουδούν. Άλλοι κοιτούν ευθεία τον φακό. Κανείς δεν δείχνει να παζαρεύει. Είναι η εικόνα ανθρώπων που πιστεύουν βαθιά ότι η θυσία τους έχει νόημα.

Στο «Τελευταίο Σημείωμα» του Παντελή Βούλγαρη βλέπουμε τη συνταρακτική ωμή σκηνή με την κραυγή «χτενίστε μου τ’ αρχ…α» πριν από τα πολυβόλα. Τη λεβεντιά ανθρώπων που δεν έβλεπαν τον θάνατο ως ήττα, αλλά ως πράξη συνέπειας. Ο Ναπολέων Σουκατζίδης, διερμηνέας, που θα μπορούσε να σωθεί αλλά δεν ήθελε να «στείλει» άλλον στη θέση του και έμεινε για να τουφεκιστεί. Η απόφαση να σταθείς εκεί, χωρίς αυταπάτη για «μεταφυσικό αντίκρισμα», όπως έγραφε οχτώ χρόνια αργότερα ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδας, Σπυρίδων Βλάχος, για τον Μπελογιάννη: «ανώτερο το ηθικό του μεγαλείο από των πρώτων χριστιανών γιατί δεν πιστεύει ότι υπάρχει μέλλουσα ζωή».

Ίσως τελικά οι 200 της Καισαριανής να έφυγαν με αυτή την αλλόκοσμη παλικαριά γιατί τον Μάη του ’44 η ήττα του άξονα ήταν προδιαγεγραμμένη, ο ΕΛΑΣ είχε απελευθερώσει ένα μεγάλο μέρος της ορεινής Ελλάδας και ένιωθαν ότι το όραμα στο οποίο είχαν αφιερώσει τη ζωή τους δεν ήταν κάλπικο, αλλά ρεαλιστικό.

Δεν πρόλαβαν να δουν ούτε τα τσιράκια των Ναζί να έρχονται στα πράγματα και να κυνηγούν αντιστασιακούς, τις εκατέρωθεν εκατόμβες νεκρών στον εμφύλιο, το παιδομάζωμα από αυτούς που νόμιζαν συντρόφους και πατριώτες, το «ξέπλυμα» των δοσίλογων που ακολούθησε.

Δεν πρόλαβαν να δουν ούτε την τραγική διάψευση των ονείρων τους, τη σύνθλιψη των ιδανικών τους κάτω από τις ερπύστριες στο Ανατολικό Βερολίνο, στη Βουδαπέστη και στην Πράγα. Tο είδος διακυβέρνησης των κομμουνιστικών καθεστώτων ανά τον κόσμο.

Και που να ήξεραν ότι κάποιες φωτογραφίες τους λίγη ώρα προτού σταθούν αγέρωχα και ατρόμητα μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, αντί να ενέπνεαν ένα αίσθημα εθνικής ανάτασης και συσπείρωσης θα πυροδοτούσαν ένα διχαστικό παραλήρημα στα social media 82 χρόνια μετά. Από τη μία η αγιοποίηση της ιδεολογίας, από την άλλη η αποδόμηση της θυσίας επειδή «ήταν κομμουνιστές».

Μάλιστα, ο βανδαλισμός στο Μνημείο των 200 εκτελεσθέντων μετά τη δημοσιοποίηση των φωτογραφιών φωτογραφίζει κίνητρα που ξεφεύγουν ακόμα και από την τοξική διελκυστίνδα αριστεράς / δεξιάς, φτάνοντας στα έγκατα της ανθρώπινης μνησικακίας, σε βαθμό διανοητικής αναπηρίας.

Κατά κάποιο τρόπο οι 200 ήταν τυχεροί γιατί άφησαν την τελευταία τους πνοή με την πεποίθηση ότι βρίσκονται στη σωστή πλευρά της Ιστορίας και ότι κοντοζύγωνε η ώρα της δικαίωσης των ονείρων τους.

Έφυγαν χωρίς να μάθουν ότι οι επόμενοι δεν έμαθαν τίποτα από τη συνέπειά τους. Ότι το έθνος με σύμπνοια, συλλογική ευσυνειδησία και δικαιοσύνη που ευαγγελίζονταν ότι θα αναδυόταν από την μπότα του κατακτητή δεν ήταν παρά μια πλάνη.

Τυχεροί γιατί δεν έζησαν την επιβεβαίωση της αίσθησης ότι αν σε κάτι είναι πολύ καλοί οι Έλληνες, αυτό είναι η τάση για εμπλοκή σε κάθε λογής εμφυλιακές συγκρούσεις.

Ναι, τυχεροί, γιατί θα μπορούσε για αυτούς ο Άλκης Αλκαίος να είχε αφιερώσει ότι έφυγαν στα τρελά τους όνειρα δοσμένοι, πάντα γελαστοί (αλλά) και γελασμένοι…