Κάποια στιγμή, σε αυτή τη χώρα, η συζήτηση για το αν υπάρχει πελατειακό κράτος σταμάτησε και ξεκίνησε η αναζήτηση των όρων με τους οποίους θα γίνει αποδεκτό. Ο ΟΠΕΚΕΠΕ δεν είναι απλώς ένα ακόμα σκάνδαλο. Είναι το σημείο όπου αυτή η μετάβαση γίνεται απροκάλυπτα.
Η μετατόπιση είναι σαφής. Έως τώρα, το πελατειακό κράτος ήταν κάτι που όλοι ήξεραν ότι υπάρχει, αλλά φυσικά καμία κυβέρνηση δεν παραδεχόταν ανοιχτά. Ήταν το «κοινό μυστικό» της ελληνικής πολιτικής. Κάτι που σατιριζόταν, που καταγγελλόταν, που –τουλάχιστον στα λόγια – θεωρούνταν παθογένεια.
Σήμερα, για πρώτη φορά παρακολουθούμε σε δημόσιο, επίσημο λόγο την πολιτική νομιμοποίηση του, μέσω του ΟΠΕΚΕΠΕ. Δεν προσπαθούν να δικαιολογήσουν το σκάνδαλο. «Υπόκωφος» στόχος είναι η κανονικοποίηση του.
Το είπε ο πρωθυπουργός στο διάγγελμα του. «Κανείς από τους Βουλευτές μας δεν κατηγορείται ότι αποκόμισε οικονομικό όφελος», ενώ εγκάλεσε και τους «υποκριτές» που «ανακάλυψαν ξαφνικά ότι τα ρουσφέτια στον τόπο ξεκίνησαν το 2019».
Το ρουσφέτι δηλαδή αποκτά την υπόσταση ενός «αναγκαίου κακού» που διαιωνίζεται και οι πελατειακές σχέσεις απενεχοποιούνται στο βαθμό που δεν προσφέρουν οικονομικό όφελος στους πολιτικούς. Βεβαίως, ακόμα και αυτό είναι ένα επιχείρημα που μόνο αφελείς ή εξ ορισμού καλόπιστους μπορεί να πείσει, αφού η εκλογή ενός υποψήφιου βουλευτή προφανώς συνδέεται με οικονομικό όφελος, πόσο μάλλον αν έχει χρηματοδοτηθεί και η προεκλογική καμπάνια του.
Η υπερασπιστική γραμμή που έχει υιοθετηθεί δείχνει και το ποιόν του πολιτικού προσωπικού που κυβερνά τη χώρα. «Δεν ζημιώσαμε το Δημόσιο». «Δεν βάλαμε λεφτά στην τσέπη».
Κανείς από τους εμπλεκόμενους δεν έχει ζητήσει συγνώμη. Όλοι ακολουθούν την ίδια τακτική. Αυτό που επιχειρείται ως αφήγημα είναι ότι «δώσαμε μάχη για τον κόσμο».
Δεν έχει σημασία αν κάποιοι ευνοήθηκαν άδικα και αν τα χρήματα πήγαν αλλού από εκεί που έπρεπε. Το «δεν τα πήραμε εμείς» είναι μια δήλωση αρχής. Ένα νέο συμβόλαιο με την κοινωνία. Η επίσημη αποδοχή των ρουσφετιών. Όχι, δεν είπαμε ότι είναι καλό, αλλά δεν είναι και πρόβλημα. Και σίγουρα δεν είναι λόγος να πέσει κανείς…
Κι αν αυτό ακούγεται εξοργιστικό, υπάρχει μια ακόμη πιο άβολη αλήθεια: λειτουργεί.
Γιατί αυτό το μήνυμα δεν απευθύνεται σε όλους. Απευθύνεται σε εκείνο το κομμάτι της κοινωνίας που δεν βλέπει το ρουσφέτι ως στρέβλωση, αλλά ως υπηρεσία. Ως «δουλειά που έγινε». Ως απόδειξη ότι «ο δικός μας άνθρωπος μπορεί να μας εξυπηρετήσει».
Ο βουλευτής που «μπλέκει» σε τέτοιες ιστορίες, για έναν τέτοιο ψηφοφόρο, δεν έχει σημασία αν είναι διεφθαρμένος. Σημασία έχει ότι είναι αποτελεσματικός. Είναι αυτός που «μπαίνει μπροστά», που «βάζει πλάτη».
Σε αντίθεση με άλλα σκάνδαλα, ο ΟΠΕΚΕΠΕ μπορεί τελικά να είναι παράσημο για όσους ενεπλάκησαν σε αυτό. Δίνει το σωστό σήμα στην κομματική βάση: «Εγώ έβαλα το κεφάλι μου στον ντορβά για να σας κάνω ρουσφέτια. Χωρίς οικονομικό όφελος, θυσιάστηκα για εσάς που με ψηφίσατε».
Όσοι από αυτούς κατέβουν ξανά υποψήφιοι, η λογική λέει ότι δεν θα τιμωρηθούν στην κάλπη. Πολύ πιθανό να ενισχυθούν. Να αυξήσουν τα ποσοστά τους και να επιστρέψουν πιο ισχυροί.
Αυτή ήταν, αυτή είναι και απ’ ότι φαίνεται θα είναι η χώρα. Η χρεοκοπία και τα μνημόνια έπληξαν φαινομενικά σε ένα βαθμό κάποιες παθογένειες (κυρίως λόγω έλλειψης πόρων), πλέον όμως επιστρέψαμε επίσημα στις «εργοστασιακές ρυθμίσεις».
Ίσως και πιο κάτω από αυτές. Διότι, αν κάποτε το πελατειακό κράτος ήταν μια ντροπή που κρυβόταν, σήμερα κινδυνεύει να γίνει ταυτότητα που δηλώνεται.
Και αυτό προφανώς δεν είναι θέμα μόνο του πολιτικού προσωπικού της χώρας, αλλά κατά βάση του εκλογικού σώματος. Που έχει ισχυρή εκπροσώπηση σε… αφελείς και εξ ορισμού καλόπιστους.