Η Σάμος είναι ένα από τα νησιά που έχουν γίνει πόλος έλξης για χιλιάδες Τούρκους τουρίστες μετά τη θέσπιση του μέτρου για τη βίζα-εξπρές. Οι τουριστικές δομές αυξάνονται και πληθύνονται, ενώ επεκτείνεται η αεροπορική σύνδεση με ξένες χώρες, σε μια προσπάθεια ραγδαίας αναβάθμισης του τουριστικού της προφίλ.
Αυτό το νησί όμως, των περίπου 35.000 μόνιμων κατοίκων, διαθέτει εδώ και χρόνια μόνο έναν / μία παιδίατρο. Το θέμα είχε αναδειχθεί ευρέως τον Αύγουστο του 2024 με την είδηση της κατάρρευσης της μοναδικής παιδιάτρου του νησιού, η οποία χρειάστηκε να μεταβεί στην Αθήνα για νοσηλεία, ύστερα από 23 εφημερίες σε ένα μήνα.
Το πρόβλημα είναι γνωστό και μόνο από τα σύννεφα δεν έπεσαν φορείς και άτομα της υγείας με το βίντεο της παιδιάτρου που εξέφρασε την απόγνωση της για την εξάντληση από τις συνεχόμενες μέρες εφημερίες.
Στην Ελλάδα όμως η ουσία μιας υπόθεσης μπορεί να χαθεί σε χρόνο dt υπό το βάρος της κομματικής παραμόρφωσης. Και τελικά η συζήτηση να μετατοπιστεί όχι στο μήνυμα, αλλά στον αγγελιοφόρο. Κλασικό μοτίβο: όταν δεν σε βολεύει το πρώτο, στοχοποιείς τον δεύτερο.
Τοποθετήσεις όπως αυτή του Άδωνι Γεωργιάδη, πιο επικοινωνιακές παρά ουσιαστικές, αποτελούν σχεδόν κανόνα. Ο υπουργός Υγείας απέφυγε να σχολιάσει το αν πράγματι η παιδίατρος έκανε πέντε σερί μέρες εφημερίας – ήταν δηλαδή διαθέσιμη για εργασία 120 ώρες εντός μίας εβδομάδας – και τι μέτρα προσανατολίζεται να λάβει αν πράγματι συνέβη αυτό.
Αλλά, στην περίπτωση της παιδιάτρου στη Σάμο, το πραγματικά προβληματικό, μαζί και αποκαλυπτικό, δεν είναι η θεσμική στάση. Είναι αυτό που ακολούθησε. Η ταχύτητα, η ένταση και κυρίως η μεθοδολογία με την οποία ενεργοποιήθηκε ένα ολόκληρο δίκτυο λογαριασμών για να αποδομήσει ένα πρόσωπο.
Μέσα σε λίγες ώρες, το αφήγημα μετατοπίστηκε. Από το αν υπάρχει πρόβλημα στο ΕΣΥ και στη στελέχωση ενός νησιού όπως η Σάμος, φτάσαμε στο αν η συγκεκριμένη γιατρός είναι φερέγγυα, έχει κίνητρα, αν λέει την αλήθεια. Στο αν είναι «περιπτωσάρα», «ανισόρροπη», «αναξιόπιστη». Με αποσπασματικά στοιχεία, προσωπικές στιγμές, μέχρι και συνομιλίες με τη μητέρα της να γίνονται «όπλο» για δημόσια διαπόμπευση.
Την ώρα που η κυβέρνηση, διά στόματος Παύλου Μαρινάκη, μιλά για ανάγκη περιορισμού της ανωνυμίας στο διαδίκτυο και καταγγέλλει την τοξικότητα και τις «δολοφονίες χαρακτήρων» ως τακτική της αντιπολίτευσης, εμφανίζεται είτε ανήμπορη, είτε (προφανώς) απρόθυμη να βάλει τάξη στα του «οίκου» της.
Η αντίφαση ξύνει τα έγκατα της υποκρισίας. Πως γίνεται να στηλιτεύεις μια πρακτική που – αν δεν την αξιοποιείς στη χειρότερη – την ανέχεσαι όταν λειτουργεί υπέρ σου; Διότι, αυτό που παρακολουθούμε δεν είναι απλώς υπερβάλλον ζήλος υποστηρικτών. Είναι συντονισμένη δράση «επώνυμων» γαλάζιων λογαριασμών, ένας μηχανισμός που χρησιμοποιεί τα ίδια εργαλεία που υποτίθεται, η κυβέρνηση θέλει να περιορίσει.
Αν, λοιπόν, το πρόβλημα είναι η «τοξικότητα» και η ανωνυμία, τότε αυτή η τοξικότητα δεν έχει χρώμα μόνο όταν προέρχεται από την απέναντι πλευρά. Διαφορετικά, η συζήτηση για «ρύθμιση του διαδικτύου» μοιάζει λιγότερο με προσπάθεια εξυγίανσης και περισσότερο με εργαλείο ελέγχου της πληροφορίας και άσκησης προπαγάνδας.
Και όταν αυτό συμβαίνει συστηματικά, τότε παύει να είναι επικοινωνιακή τακτική. Γίνεται πολιτική κουλτούρα.
Το αν τελικά τίθεται στη Σάμο ζήτημα παιδιατρικής κάλυψης είναι δευτερεύον. Έστω και αν, όπως δηλώνει ο πρόεδρος της ΟΕΝΓΕ, Γιάννης Γαλανόπουλος, το νησί έχει έναν παιδίατρο εδώ και μια δεκαετία. Το πιο σημαντικό είναι να πειστεί η κοινή γνώμη ότι δεν αξίζει καν να ασχοληθεί με όσα ειπώθηκαν.
Για άλλη μία φορά η πολιτική εξουσία φαίνεται να αντιλαμβάνεται τη δημόσια σφαίρα όχι ως χώρο διαλόγου, αλλά ως πεδίο ελέγχου της αφήγησης. Προσεγγίζοντας την «αλήθεια» όχι ως αυτό που αποδεικνύεται, αλλά ως αυτό που τελικά επικρατεί.
Και σε μια δημοκρατία, αυτό δεν είναι απλώς πρόβλημα επικοινωνίας.
Είναι πρόβλημα λειτουργίας της ίδιας της δημοκρατίας.