Πόσες καταγγελίες χρειάζονται για να σωθεί μια ζωή; Οι εγκληματικές ευθύνες για τον φόνο του 21χρονου Νικήτα

Το χρονικό ενός προαναγγελθέντος φόνου και η εκκωφαντική σιωπή της ΕΛ.ΑΣ.

Ευλογημένος τόπος. Ξεχειλίζει από ομορφιά, επιλογές και συναισθήματα, σε γοητεύει με έναν τρόπο που δεν μπορείς εύκολα να εξηγήσεις, μόνο να βιώσεις. Όμως λες και κάτι έπρεπε να δώσει πίσω ώστε να μην αγγίζει το τέλειο, η Κρήτη υποφέρει από τον ίδιο της τον εαυτό. Από κομμάτι των ανθρώπων της, που πιστεύουν πως οι διαφορές λύνονται με τα όπλα, πως το αίμα ξεπλένεται μόνο με αίμα. Δεν είναι η πλειοψηφία, αλλά αυτοί κάνουν το θόρυβο και χαρακτηρίζουν, αδίκως, ένα ολόκληρο νησί…

Από την άλλη, δεν μπορεί κανείς να στρέψει αλλού το βλέμμα του σαν να μην υπάρχει (το) πρόβλημα. Το άγριο φονικό του 21χρονου Νικήτα από 54χρονο πατέρα φίλου του στην Αμμουδάρα του Ηρακλείου, επανάφερε με τον πλέον μακάβριο τόπο το θέμα στη δημόσια συζήτηση. Για την έκφανση της κακώς εννοούμενης κρητικής «λεβεντιάς», για την ενσάρκωση του «παίρνω το νόμο στα χέρια μου».

Η παράλληλη ανάγνωση όμως αυτής της τραγικής ιστορίας, μας φέρνει αντιμέτωπους με ένα πολύ δύσκολο θέμα που αποφεύγουμε να αγγίζουμε όσο θα έπρεπε. ‘Έχει να κάνει, ξεκάθαρα, με τις ευθύνες της Αστυνομίας. Η οικογένεια του Νικήτα είχε επανειλημμένως ενημερώσει τις αρχές για τις απειλές που δεχόταν την τελευταία 3ετία. Και τι κατάλαβαν; Τίποτα. Το παιδί τους το έχασαν, δεν θα το δουν ποτέ ξανά. Πόσες καταγγελίες άραγε πρέπει να κάνει ένας πολίτης για να φιλοτιμηθούν οι αρχές να αντιδράσουν;

«Αστυνομία και Δικαιοσύνη δεν προστάτεψαν το παιδί μου. Κανένας. Η γυναίκα μου δουλεύει σε παιδικό σταθμό και περνούσε από τη δουλειά κάθε μέρα και μας έκαναν μπούλινγκ. Της έλεγε να με θυμάσαι τι θα πάθετε. Τα είχαμε καταγγείλει στην αστυνομία. Πριν γίνουν όλα αυτά, τα είχαμε πει στην αστυνομία. Δεν με ενδιαφέρει τίποτα άλλο, εγώ το παιδί μου το έχασα» ξέσπασε ο πατέρας του Νικήτα, μιλώντας στο Mega. Κανείς δεν προστάτεψε τον γιο του, κανείς δεν φρόντισε να δράσει αποτρεπτικά, να προλάβει δηλαδή το κακό πριν συμβεί. Ο δράστης δεν κρυβόταν. Έλεγε δεξιά αριστερά τι είχε σκοπό να κάνει. Μόνο που δεν τον σταμάτησε κανείς.

Ουδείς μπορεί να διανοηθεί το σκοτάδι που είχε μαζευτεί στη ψυχή του θύτη, ώστε τσακισμένος από τον ανείπωτο πόνο για την απώλεια του δικού του παιδιού πήρε την απόφαση να πάρει πάση θυσία εκδίκηση, μην λογαριάζοντας τίποτα άλλο και φέρνοντας τα πράγματα τελικά σε μια διττή τραγωδία – που κανείς δεν ξέρει μάλιστα αν θα έχει και με κάποιο τρόπο συνέχεια.

Όμως, όσο και να είναι άδικο να «τσουβαλιάζεται» ένα ολόκληρο νησί, δεν είναι τυχαίο πως αυτό συνέβη στην Κρήτη. Οι παθογένειες που έχει το νησί είναι γνωστές σε όλους. Είναι ένας τόπος που ευδοκιμεί η βεντέτα, η οπλοκατοχή και η υπέρμετρη κατανάλωση αλκοόλ. Κάτι που λειτουργεί σαν λίπασμα για να θεριέψει ο σπόρος του κακού. Ακριβώς γι’ αυτό, οι αστυνομικοί πρέπει να βρίσκονται σε κατάσταση μόνιμου (διπλού) συναγερμού και να μην υποτιμούν κανέναν πιθανό κίνδυνο, καμία πιθανή συνθήκη. Ναι, πρόκειται για μια αποστολή με υψηλό συντελεστή δυσκολίας, αλλά αυτή δεν είναι η δουλειά της Αστυνομίας;

Σε αυτήν την περίπτωση εντοπίζεται ένα μεγάλο κενό. Μεθόδου, βούλησης και σχεδίου. Είναι σαν να αφέθηκε το έγκλημα να συμβεί. Κατά βάση επειδή η υπόθεση έμεινε για καιρό στην ελπίδα πως ο χρόνος θα ηρεμήσει τα πνεύματα. Μόνο που, όπως εύκολα καταλαβαίνουμε, τα ευχολόγια δεν είναι τρόπος (αντί)δράσης. Ειδικά από τους ανθρώπους και τους οργανισμούς που θεωρητικά είναι εκεί για να (μας) προστατεύουν.