Τσίπρας

Το rebranding δεν μπορεί να βασιστεί σε συνθήματα του 2015

Αν ο Αλέξης Τσίπρας θέλει να νικήσει τον Κυριάκο Μητσοτάκη, δεν χρειάζεται μόνο δυνατό αφήγημα

Με το ενδεχόμενο της διεξαγωγής εκλογών το φθινόπωρο να προβάλλει όλο και πιο πιθανό, ο Αλέξης Τσίπρας επιταχύνει τις διαδικασίες για τη δημιουργία του νέου πολιτικού φορέα. «Τον Μάρτιο ήταν πολύ νωρίς, τον Σεπτέμβριο θα είναι αργά, τώρα είναι η ώρα», δήλωσε τη Δευτέρα στη Ρεματιά Χαλανδρίου, στέλνοντας το σήμα για ανακοινώσεις μέσα στον Ιούνιο.

Ο πρώην πρωθυπουργός ανέβασε με το «καλημέρα» πολύ ψηλά τον πήχη των προσδοκιών, συστήνοντας το εκκολαπτόμενο πολιτικό σχήμα ως αντίπαλο δέος της κυβέρνησης Μητσοτάκη και θέτοντας ως στόχο τη νίκη στις εκλογές.

Όλα αυτά είναι βέβαια ωραία στα λόγια, αλλά θα πρέπει να αποδειχτεί ότι πατούν πάνω σε γερά θεμέλια ώστε να εξελιχθούν σε πράξεις.

Όταν ο Αλέξης Τσίπρας διαφημίζει ότι επιστρέφει ως κάτι νέο, πρέπει να πείσει ότι έχει και κάτι νέο να πει. Ότι το περίφημο rebranding δεν αφορά μόνο τη συσκευασία. Το λογότυπο, την ομάδα που τον περιβάλλει ή τη ρητορική. Ο Τσίπρας έχει υπάρξει ήδη πρωθυπουργός και ηγέτης της αντιπολίτευσης. Το αν κομίζει κάτι φρέσκο, αν έχει μάθει από τα λάθη του δεν θα κριθεί από το φόντο. Θα κριθεί από τον τρόπο που σκέφτεται, προτείνει, συγκρούεται και απαντά.

Η βασική οικονομική του αιχμή, όπως διατυπώθηκε δις τις τελευταίες ημέρες, είναι ότι «τα λεφτά» θα βρεθούν από τη φορολόγηση του μεγάλου πλούτου και ειδικά από το 1% των μεγάλων επιχειρήσεων με υψηλή κερδοφορία». Η θέση συνδέθηκε με την άποψη ότι 20 επιχειρήσεις συγκεντρώνουν το 80% της συνολικής κερδοφορίας.

Ως σύνθημα ακούγεται δυνατό. Ως πολιτικό μήνυμα πιάνει ένα υπαρκτό νεύρο: την αίσθηση ότι η χώρα διακρίνεται από πολύ μεγάλη ανισότητα, ότι κάποιοι κερδίζουν υπερβολικά και ότι το κοινωνικό κράτος παραμένει αδύναμο. Υγεία, σχολεία, μισθοί, στέγη, ακρίβεια είναι πραγματικά ζητήματα που δεν λύνονται με εφήμερα επιδόματα και επικοινωνiακά τεχνάσματα.

Όμως, μια στιγμή, τι σημαίνει «πιο κερδοφόρες επιχειρήσεις»; Σε απόλυτους αριθμούς ή σε σχέση με τον τζίρο; Μήπως σε σχέση με το επενδεδυμένο κεφάλαιο; Οι 20 πρώτες εταιρείες είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο και έχουν εκατοντάδες χιλιάδες μικροϊδιοκτήτες μετόχους, οι οποίοι περιμένουν μέρισμα και φυσικά δεν θέλουν να δουν την τιμή της μετοχής στα τάρταρα μετά από μια τέτοια εξαγγελία.

Συνελόντι ειπείν το 2026 δεν είναι 2015. Τότε, το «θα πληρώσουν οι λίγοι για να ανασάνουν οι πολλοί» μπορούσε να λειτουργήσει ως πολιτική υπόσχεση σχεδόν από μόνο του. Σήμερα, ένας πρώην πρωθυπουργός που διεκδικεί επιστροφή δεν έχει την πολυτέλεια της γενικότητας. Δεν μπορεί να πει απλώς «θα φορολογήσω το 1%» και να περιμένει ότι αυτό αρκεί. Γιατί η απάντηση της κυβέρνησης είναι και εύκολη και καθόλου βολική: Ποιες επιχειρήσεις εννοείς; Πόσο θα τις φορολογήσεις; Σε ποια κέρδη και με ποιον τρόπο; Τι θα γίνει με τους χιλιάδες υπαλλήλους που εργάζονται σε αυτές; Εάν αυξηθεί κατακόρυφα η φορολογία, ρισκάρεις αυτές οι επιχειρήσεις να μικρύνουν εν μία νυκτί ή ακόμα και να μεταφερθούν στο εξωτερικό. Χώρια το σενάριο των μαζικών απολύσεων.

Όλα αυτά συνοψίζονται στο εξής: υπάρχει σχέδιο που τελικά θα αποβεί ωφέλιμο για τη χώρα ή απλώς επιστρατεύονται προεκλογικά τσιτάτα με ημερομηνία λήξης;

Προφανώς, ο μεγάλος πλούτος και οι υπερκερδοφόροι κλάδοι θα μπορούσαν με κάποιο τρόπο να μπουν στην πολιτική κουβέντα. Σε μια χώρα όπου ο πολίτης νιώθει ότι πληρώνει τα πάντα ακριβότερα, ενώ κάποιες εταιρείες ανακοινώνουν αστρονομικά κέρδη, η συζήτηση για δικαιότερη κατανομή βαρών είναι νόμιμη. Όχι όμως και η όποια καταχρηστική φορολόγηση.

Έτσι κι αλλιώς όμως είναι άλλο πράγμα η δικαιότερη φορολόγηση και άλλο η ευκολία του συνθήματος. Αν ο Τσίπρας θέλει να εμφανιστεί ως η «κυβερνώσα Αριστερά της νέας εποχής», δεν αρκεί να ξανανοίξει το παλιό συρτάρι με τις φράσεις που κάποτε δούλευαν. Χρειάζεται να δείξει πώς θα φορολογήσει χωρίς να τιμωρήσει την παραγωγή, πώς θα στηρίξει τους εργαζόμενους χωρίς να τρομάξει την οικονομία, πώς θα χρηματοδοτήσει το κοινωνικό κράτος χωρίς να δημιουργήσει νέους ανέργους.

Το μεγάλο στοίχημα της επιστροφής του δεν είναι να αποδείξει ότι μπορεί να μιλήσει σκληρά για τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ούτε να δείξει ότι μπορεί να συσπειρώσει ένα κομμάτι του προοδευτικού ακροατηρίου. Αυτά τα έχει κάνει.

Το δύσκολο είναι να πείσει ανθρώπους που μπορεί να έχουν κουραστεί από τα κυβερνητικά σκάνδαλα, αλλά δεν θέλουν να επιστρέψουν σε μια πολιτική που μοιάζει με remake. Αν ο εν δυνάμει ψηφοφόρος του Τσίπρα περιμένει κάτι, δεν είναι ένα πιο καλογυαλισμένο 2015. Περιμένει σοβαρότητα, πρόγραμμα, αριθμούς, προτεραιότητες, τεκμηριωμένες απαντήσεις. Περιμένει μια Αριστερά που να ξέρει πού θα βρει τα λεφτά, αλλά και τι συνέπειες έχει κάθε επιλογή της.

Ο Τσίπρας έχει εμπειρία, αναγνωρισιμότητα, πολιτικό ένστικτο και ένα ακροατήριο που δεν εξαφανίστηκε. Αλλά ακριβώς επειδή έχει κυβερνήσει, θα κριθεί αυστηρότερα. Δεν μπορεί να παίζει τον ρόλο του νέου και να εκφράζεται με εργαλεία του παλιού.

Αν θέλει να νικήσει τον Μητσοτάκη, δεν χρειάζεται μόνο δυνατό αφήγημα. Χρειάζεται πειστική εναλλακτική. Και αυτή δεν χτίζεται με ένα σύνθημα για το 1%. Χτίζεται με πρόγραμμα που αντέχει και μετά το πρώτο κυβερνητικό non paper.