4 ελληνικές λέξεις που όλοι νομίζουν ότι είναι λάθος ορθογραφικά κι όμως είναι ολόσωστες

Το έχετε ακούσει. Κι εμείς το ίδιο. Επομένως, όσο να πεις, έχουμε ελαφρυντικά: “That’s Greek to me”- δηλαδή κάτι σαν «Αυτά είναι κινέζικα» δικό μας, αλλά στα… ελληνικά.

Οι ξένοι, όταν θέλουν να δείξουν πως κάτι είναι εξαιρετικά δυσνόητο σε αυτούς, λένε «Αυτά είναι ελληνικά για μένα»- κάτι που καταδεικνύει το πόσο δύσκολη γλώσσα είναι η ελληνική.

Επομένως, ναι, έχουμε ελαφρυντικά: μπορεί να είναι η μητρική μας γλώσσα, όμως, ρε φίλε, είναι παράλληλα και μία από τις δυσκολότερες του κόσμου (τόσο σε ορθογραφικό όσο και σε συντακτικό επίπεδο). Σύμφωνοι. Μόνο που…

Μόνο που υπάρχουν κάποιες σχετικά «εύκολες» λέξεις, τις οποίες η συντριπτική πλειονότητα γράφει λάθος περίπου από την εποχή των δεινοσαύρων έως και σήμερα. Εντάξει, ουδείς περιμένει να γράψουμε σωστά το «κρηπίδωμα» ή το «επανειλημμένως» (αν και, μεταξύ μας, καλό θα ήταν να μην κάναμε λάθος ούτε εδώ…), όμως αυτές τις τέσσερις, που τις χρησιμοποιούμε και συχνότατα, απλά πρέπει. 

Σε ποιες αναφερόμαστε;

Στις παρακάτω:

1) Μπίρα και ΟΧΙ μπύρα: «Πάμε για καμιά μπύρα;», «Πιάσε μια εξάδα μπύρες» (όταν δεν πάμε απλά για «καμιά», αλλά έχουμε όρεξη), «Η μπυροκοιλιά είναι γοητεία» κτλ κτλ κτλ, μέχρι να τρέξει ζύθος από τα μάτια μας.

Η σωστή γραφή της λέξης είναι «μπίρα»- με γιώτα, δηλαδή. Η λέξη μπίρα είναι δάνειο από την γερμανική λέξη “bier”, που ήρθε στα μέρη μας μέσω του ιταλικού “birra”. Επομένως, δεδομένου ότι οι λέξεις-δάνεια από άλλες γλώσσες γράφονται με τον απλούστερο τρόπο, η σωστή ορθογραφία είναι «μπίρα».

Η γραφή με ύψιλον δε δικαιολογείται πουθενά, παρά το γεγονός πως είναι αυτή που έχει επικρατήσει εδώ και πάρα πολλά χρόνια.

4 ελληνικές λέξεις που όλοι νομίζουν ότι είναι λάθος ορθογραφικά κι όμως είναι ολόσωστες

Όπως και να ‘χει, πλέον ξέρετε. Εμείς σας τα είπαμε και είμαστε ά-μπιροι ευθυνών.

2) Κλοτσιά και όχι κλωτσιά: «Τον πήραν με τις κλωτσιές», «Θα σε κλωτσήσω», «Του έριξε μια κλωτσιά, όλη δική του!» και λοιπές λεκτικές ομορφιές, ιδίως στα αθλητικά σάιτ που άπαντες κάπου θα χώσουν κι ένα «κλωτσιά» σε κάποιο ματς ποδοσφαίρου.

Μόνο που το σωστό είναι «κλοτσιά», όσο κι αν μας ξενίζει και χτυπάει- σαν κλοτσιά, θα λέγαμε- στο μάτι: η λέξη προέρχεται από το «κλότσος», που με τη σειρά του έχει τις ρίζες του στο υστερολατινικό “colcio” ή “calcio”.

Επομένως, όπως το φανταστήκατε, ναι: «κλοτσιά» αντί του δημοφιλούς «κλωτσιά», λόγω απλοποιημένης γραφής των λέξεων που δανειστήκαμε από άλλες χώρες.

Το καταλάβατε ή θα φύγετε από το menshouse- πάντα σε μεταφορικό επίπεδο, είμαστε ειρηνιστές- κλοτσηδόν;

3) Βρόμικος και όχι βρώμικος: «Πάμε να φάμε κάνα βρώμικο;», «Τι βρώμικο σπίτι», «Δεν παλεύεται η βρώμα!». Λάθος, λάθος και, μισό λίγο, λάθος.

Το «βρόμα» προέρχεται από το «βρόμος», που ετυμολογικά, έλκει την… καταγωγή του από το ρήμα «βρομῶ». Επομένως, το σωστό είναι βρομιά και βρόμικος, αντί των συνηθέστερων βρωμιά και βρώμικος.

4 ελληνικές λέξεις που όλοι νομίζουν ότι είναι λάθος ορθογραφικά κι όμως είναι ολόσωστες

Αν θέλετε να βγάλετε εντέχνως τα μάτια σας ορθογραφικά, μπορείτε ελεύθερα.

Αλλού οι βρομιές σας, όμως.

4) Κολόνια και όχι κολώνια: «Η κολώνια σου μυρίζει υπέροχα!», «Τι κολώνια φοράς;», «Ψέκασέ τον με κολώνια, ο τύπος βρωμάει!» (δύο λάθη σε ένα, μπόνους…).

Για έναν ανεξήγητο γλωσσολογικό λόγο αρκετοί γράφουν «κολώνια», βάζοντας τα εύοσμα χεράκια τους και βγάζοντας τα ματάκια μας.

Η λέξη προέρχεται απ’ το ιταλικό “colonia”, που, με τη σειρά του, προέρχεται από το γαλλικό (eau de) Cologne, την πόλη της Γερμανίας (γερμ. Κöln) όπου πρωτοκατασκευάστηκε. Άρα, ως εκ τούτου, και λαμβάνοντας υπόψη πάντα τον κανόνα της απλούστερης γραφής, έχουμε να κάνουμε με «κολόνια».

4 ελληνικές λέξεις που όλοι νομίζουν ότι είναι λάθος ορθογραφικά κι όμως είναι ολόσωστες

*Από το 1959 γράφεται λάθος…

Συνολικά, λοιπόν, αν σε κάποιο μήνυμά σας θελήσετε να γράψετε πως θα πιείτε μια μπίρα, μετά θα φορέσετε λίγη κολόνια για να καταπολεμήσετε τη βρομιά και στη συνέχεια θα πλακώσετε κάποιον στις κλοτσιές, τεράστια προσοχή.

Οι παγίδες είναι περισσότερες από αυτές που φαντάζεστε.

Κατανωϊτώ;