Πολύ πιθανό να βάλεις τη γαλανόλευκη σημαία στο μπαλκόνι σου, να θελήσεις να τραγουδήσεις τον Εθνικό Ύμνο. Ακόμη περισσότερο (πιθανό) να πας να παρακολουθήσεις κάποια από τις διάφορες μαθητικές παρελάσεις της ημέρας στην απανταχού επικράτεια. Στα προς συζήτηση το αν θα κάτσει να (ξανά)δεις κάνα τηλεοπτικό επικό θέαμα τύπου Παπαφλέσσα, για να σταθούμε στην πιο ταυτισμένη με την 25η Μαρτίου εγχώριας παραγωγής ταινία. Αλλά αυτό που είναι ως και αδιαπραγμάτευτο είναι ότι ο «εθνικός» μας μπακαλιάρος δεν θα λείπει από το τραπέζι σου σαν κάτσεις να φας με τους συνΈλληνες της επιλογής σου, φίλε πατριώτη. Με μπόλικη σκορδαλιά για συνοδευτικό, δεν βαριέσαι, φιλιόμαστε άλλη μέρα…
Ενδεχομένως εκεί που θα «τσακίζεις» το έδεσμα, με κουρκούτι ή χωρίς, μια σκέψη να περάσει από το μυαλό σου: Πώς καταλήξαμε να τρώμε μπακαλιάρο τέτοια μέρα; Πώς και γιατί ταυτίστηκε με μια τόσο ιδιαίτερη για το έθνος μέρα; Όταν μάλιστα είναι ένα από τα λίγα ψάρια που δεν κολυμπάει καν στο Αιγαίο…
Η απάντηση είναι ένας συνδυασμός ανάγκης, θρησκείας και εφευρετικότητας. Μην λησμονούμε πως διανύουμε περίοδο Σαρακοστής. Παλαιότερα αυτό ήταν πολύ πιο σημαντικό από ό,τι σήμερα, ο κόσμος το τηρούσε περισσότερο ως «προσταγή» και νήστευε. Όμως κατ’ εξαίρεση και ένεκα της ημέρας, η Εκκλησία έκανε τα στραβά μάτια, επιτρέποντας την κατανάλωση ψαριού.
Κι εδώ μπήκε στο «παιχνίδι» η ανάγκη. Τα χρόνια που υιοθετήθηκε το έθιμο καλά καλά δεν υπήρχε ηλεκτρισμός, τα ψυγεία ήταν… επιστημονική φαντασία. Οι άνθρωποι διατηρούσαν ασφαλή τα τρόφιμα για κατανάλωση σε βάθος χρόνου χρησιμοποιώντας εναλλακτικούς τρόπους. Ένας εξ αυτών ήταν το παστό. Η επάλειψη δηλαδή μεγάλης ποσότητας αλατιού σε ένα προϊόν για να αντέχει περισσότερο στο χρόνο και να μη χαλάει.

Ο μπακαλιάρος ήταν ταμάμ για κάτι τέτοιο, καθώς σε σύγκριση με άλλα ψάρια διατηρείται περισσότερο διάστημα όταν παστώνεται, χωρίς να χάνει τη θρεπτική του αξία και τη γεύση του. Είναι επίσης μεγαλύτερος από ό,τι η σαρδέλα ή ο κολιός που επίσης παστώνονται κατά… κύματα. Ιστορικά επίσης, ήταν ένα από τα πλέον φτηνά εισαγόμενα προϊόντα, κυρίως από τον Ατλαντικό, άρα προσιτός σε όλους. Και επίσης μεταφερόταν εύκολα παντού. Γιατί πού να φάνε στα βουνά φρέσκο ψάρι; Μέχρι να φτάσει εκεί, είχε γίνει πιο μπαγιάτικό από αυτά του… Αλφαβητίξ στο Αστερίξ. Ενώ ο παστός μπακαλιάρος άντεχε άνετα και πήγαινε εύκολα παντού. Κάτι που τον μετέτρεψε σε πανεθνική υπόθεση. Σε τελική ανάλυση, η μόνη δυσκολία έμενε να είναι το περίφημο «ξαλμύρισμα» που θέλει 2-3 μέρες για να γίνει σωστά και να είσαι από πάνω, αλλάζοντας το νερό 3-4 φορές την ημέρα.
Τα υπόλοιπα τα έφερε η συνήθεια. Με τον μπακαλιάρο να καθιερώνεται σε βάθος χρόνου και να γίνεται ταυτόσημος με την 25η Μαρτίου. Σταδιακά προστέθηκε και η σκορδαλιά στο εορταστικό μενού γιατί είμαστε και μερακλήδες ως έθνος, καλοφαγάδες. Η αλμύρα του παστού ψαριού και η αψάδα του σκόρδου κάνουν μούρλια δίδυμο. Ωραίοι ως Έλληνες…
