Όλοι θέλουν να βλέπουν μία dream team. Όλοι θέλουν να μέλη σε μία ομάδα γεμάτη αστέρια. Ακόμη περισσότερο, όλοι θέλουν να είναι το μεγαλύτερο αστέρι αυτής της ομάδας, όσα ακόμη κι αν περιέχονται σε αυτήν.
Στον αθλητισμό, στις επιχειρήσεις, στα καλλιτεχνικά θεάματα και στη μουσική, σε οποιαδήποτε ομάδα μοιράζεται έναν κοινό στόχο, το ένστικτο είναι το ίδιο: βάλε τους καλύτερους για το ρόστερ και άφησε τα αποτελέσματα να μιλήσουν μόνα τους. Ένας οργανισμός που έχει δοκιμάσει τέτοιους είδους πειράματα εδώ και δεκαετίες, με απεριόριστα μπάτζετ και μία παγκόσμια αγορά ταλέντων για επιλογή είναι το NBA. Και τα αποτελέσματα είναι αρκετά πιο περίπλοκα απ’ ό,τι μπορεί κανείς να φανταστεί.

Τι είναι μία superteam;
Με τους όρους του NBA, μία «υπερομάδα», αυτό που στα ελληνικά δύσκολα μεταφράζεται και έχει κυριαρχήσει ως «superteam», είναι ένα ρόστερ που στήνεται γύρω από δύο ή και περισσότερα πηγαία ταλέντα. Ο στόχος είναι απλός και ξεκάθαρος: ο τίτλος του πρωταθλητή. Στη συντριπτική πλειοψηφία των αποπειρών δημιουργίας ενός superteam, δεν επρόκειτο για ένα τυχαίο γεγονός που προέκυψε από τα ντραφτ του NBA, αλλά από μία μελετημένη απόφαση της ομάδας που θέλησε να κάνει την υπέρβαση.
Στη δεκαετία του 1990 οι Σικάγο Μπουλς είχαν τους Μάικλ Τζόρνταν, Σκότι Πίπεν και Ντένις Ρόντμαν. Οι Λος Άντζελες Λέικερς του 1980 στηρίζονταν στον Μάτζικ Τζόνσον και τον Καρίμ Αμπντούλ Τζαμπάρ. Η ίδια ομάδα επένδυσε στους Σακίλ Ο’Νιλ και Κόμπε Μπράιαντ 20 χρόνια μετά. Οι Μπόστον Σελτικς στα τέλη των ‘00s είχαν τους Κέβιν Γκάρνετ, Πολ Πιρς και Ρέι Άλεν. Ο Λεμπρόν Τζέιμς ανέβασε επίπεδο την υπόθεση superteams όταν μετακόμισε στους Μαϊάμι Χιτ με την αλλαγή της δεκαετίας, για να βρει εκεί τους Ντουάιν Γουέντι και Κρις Μπος.
Άλλα για λίγο, άλλα για περισσότερο, αυτά τα ρόστερ κυριάρχησαν στην αθλητική ιστορία του NBA. Έκαναν οπαδούς να διαλέξουν ομάδα, δημιούργησαν νέο κοινό, άλλαξαν αγορές και αποδόσεις στο stoixima, υποχρέωσαν εταιρίες από όλον τον κόσμο να μπουν στο παιχνίδι της διαφήμισης, προκάλεσαν σάλο σε όλο τον κόσμο και μετέτρεψαν τους αγώνες από διασκέδαση, σε πολιτιστικά γεγονότα. Όμως, η πιο ενδιαφέρουσα ερώτηση δεν αφορά όλα τα παραπάνω. Αφορά στο αν αυτές οι συνεργασίες είχαν αποτελέσματα. Κι αν δεν είχαν, ποιος ήταν ο λόγος;
Το συγκεντρωμένο ταλέντο μπορεί να γίνει παγίδα
Η σκέψη πίσω από την κάθε προσπάθεια δημιουργίας μίας superteam είναι ίδια και απλή: περισσότερο ταλέντο, καλύτερα αποτελέσματα. Λογικό. Αλλά συχνά αποδεικνύεται λάθος. Είναι γνωστό ότι τα χρήματα δεν αρκούν για να χτίσουν ομάδες. Όταν οι Γκόλντεν Στέιτ Γουόριορς αποφάσισαν το 2016 να αποκτήσουν τον Κέβιν Ντουράντ, ήταν ήδη η καλύτερη ομάδα της ιστορίας του NBA σε κανονική περίοδο, με 73 νίκες. Στη θεωρία, η προσθήκη ενός εκ των κορυφαίων παικτών της λίγκας εκείνη τη στιγμή μόνο καλό θα έκανε. Στην πράξη, κάτι χάλασε αντί να το φτιάξει.
Η απόκτηση του Ντουράντ σήμαινε ότι οι Ντρέιμοντ Γκριν, Κλέι Τόμσον, ακόμη και ο Στέφεν Κάρι, έπρεπε να μειώσουν λίγο τον ρόλο τους για να χωρέσει ένας παίκτης που είχε μάθε να χτίζεται μία ομάδα γύρω του και να έχει κάθε ελευθερία στο παιχνίδι. Οι Γουόριορς κέρδισαν τον τίτλο, όμως χάθηκε η μαγεία που τους έκανε ξεχωριστούς. Μετατράπηκαν σε μία διαφορετική ομάδα, καλύτερη στα χαρτιά αλλά πιο ευάλωτη στο παρκέ.
Όταν κάποιος προσπαθεί να φτιάξει μία ομάδα, πρέπει να θυμάται το κόστος της κακής επιλογής: όταν συγκεντρώνεις αστέρια, πρέπει κάτι να χαλάσεις για να συνεργαστούν σωστά. Οι «ρεζέρβες» το Μαϊάμι το 2010 ήταν χαμηλότερης δυναμικής, αφού δεν υπήρχαν χρήματα με τα τρία μεγάλα συμβόλαια που είχαν υπογραφεί. Σημαντικοί ρολίστες αντικαταστάθηκαν από βετεράνους ή χαμηλά συμβόλαια. Δούλεψε για λίγο, αλλά μετά η superteam που κυριάρχησε στους τίτλους ειδήσεων κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος.
Χωρούν δύο μεγάλες προσωπικότητες στην ίδια ομάδα;
Ο Σακίλ Ο’Νιλ και ο Κόμπε Μπράιαντ κατέκτησαν τρεις συνεχόμενους τίτλους του NBA. Πέρασαν, επίσης, ένα μεγάλο διάστημα ψυχροπολεμικού κλίματος εντός της ομάδας, κάτι που μπορούσε να δει οποιοσδήποτε εντός ή εκτός των Λος Άντζελες Λέικερς. Οι δύο παίκτες ήθελαν να είναι ο αδιαμφισβήτητος αρχηγός. Έπρεπε, όμως, να μοιραστούν τον ρόλο, συνεπώς η διαμάχη τους ήταν αθλητική και όχι προσωπική. Με το πέρασμα των ετών, κατέληξε να γίνει άσχημη για την ομάδα, αφού το 2004 έγινε η έκρηξη.
Οι σημερινοί Λέικερς επαναλαμβάνουν το ίδιο πείραμα. Ο Λούκα Ντόνσιτς αποκτήθηκε στα μέσα της σεζόν, σε μία εντυπωσιακή ανταλλαγή τον Φεβρουάριο του 2025. Ο Άντονι Ντέιβις, ένας από τους πιο σημαντικούς παίκτες της λίγκας, μετακόμισε στους Ντάλας Μάβερικς. Το πλήγμα για τους Λέικερς ήταν μεγάλο από αγωνιστικής πλευράς, όμως με τον Λεμπρόν Τζέιμς στην 23η χρονιά του στο NBA, η ομάδα χρειαζόταν έναν διάδοχο. Ντόνσιτς και Λεμπρόν έψαξαν τους ρόλους τους, με ερωτηματικά σχετικά με την κυριαρχία στα αποδυτήρια, τον χρόνο συμμετοχής, τον αριθμό των σουτ που θα παίρνουν σε κάθε ματς. Ακόμη ψάχνουν τα πατήματά τους, έναν χρόνο μετά.
Το ερώτημα δεν είναι αν οι δύο παίκτες συμπαθιούνται, αλλά αν μία ομάδα μπορεί να λειτουργήσει όταν υπάρχουν περισσότερα από δύο αστέρια. Αν δεν τεθούν τα όρια από τον σύλλογο, αν δεν είναι ξεκάθαρες οι ιεραρχίες, ακόμη και μία superteam μπορεί να βυθιστεί. Ο Πίπεν αποδέχτηκε ότι θα είναι δεύτερος πίσω από τον Τζόρνταν. Ο Πιρς δεν είχε πρόβλημα να μπει στο περιθώριο αντί του Γκάρνετ. Οι ομάδες που δεν λύνουν αυτά τα προβλήματα νωρίς, μαθαίνουν με τον σκληρό τρόπο.
Οι σωστές επιλογές χτίζουν superteams
Ο Ντρέιμοντ Γκριν δεν ήταν ποτέ ο σκόρερ των Γκόλντεν Στέιτ Γουόριορς. Δεν έπαιρνε τα πιο πολλά χρήματα, αλλά ήταν από τους πιο σημαντικούς παίκτες στην ιστορία της ομάδας. Ήταν ο αμυντικός ογκόλιθος, ο συνδετικός κρίκος για όλους τους παίκτες των Γουόριορς. Ήταν ο λόγος που το σύστημα δούλευε σωστά.
Κάθε πετυχημένη superteam έχει έναν τέτοιο. Οι Κέβιν Μακχέιλ και Ρόμπερτ Πάρις δεν ήταν ο Λάρι Μπερντ των Μπόστον Σέλτικς της δεκαετίας του ’80, αλλά οι άχαροι ρόλοι τους ήταν θεμελιώδεις για την ομάδα. Έπαιζαν σε υψηλό επίπεδο σαν εργάτες, για να λάμπει το άστρο του Μπερντ. Το 2008 η ίδια ομάδα έκανε πρωταθλητισμό επειδή ο Ρέι Άλεν δέχτηκε τον τρίτο ρόλο, πίσω από τους Γκάρνετ και Πιρς. Έγινε ο πιο ουσιαστικός παίκτης της ομάδας, παρότι το όνομά του δεν ακουγόταν.
Τι μας μαθαίνουν οι superteams;
Τα μαθήματα είναι κατανοητά. Το ταλέντο χωρίς ξεκάθαρους ρόλους, δεν φτάνει. Μία ομάδα στην οποία όλοι θέλουν να είναι το πρώτο βιολί, δεν θα πάει μπροστά. Ο πιο σημαντικός παίκτης της είναι συνήθως ο αφανής ήρωας που απλώς θέλει να κάνει τη δουλειά, χωρίς να βάζει το «εγώ» του μπροστά. Και το πιο σημαντικό είναι ότι κάθε superteam έχει ημερομηνία λήξης.
Η δυναστεία των Γκόλντεν Στέιτ Γουόριορς κράτησε τέσσερα χρόνια. Οι Λέικερς του Μάτζικ και του Τζαμπάρ άντεξαν περισσότερο, ενώ οι Σέλτικς του 2008 οριακά έφτασαν στα τέσσερα χρόνια μεγάλων εμφανίσεων, αλλά με μόνο έναν τίτλο. Οποιαδήποτε ομάδα κι αν προσπαθούμε να φτιάξουμε, τα αποτελέσματα δεν είναι σταθερά. Η χημεία μετατρέπει ένα ρόστερ, σε ομάδα. Και το ρόστερ, όσο ταλέντο κι αν υπάρχει, έχει ταβάνι αν δεν γίνει ομάδα.