«Ο Γιωτόπουλος ήταν πιο κάτω στην ιεραρχία»: Ο πραγματικός αρχηγός της 17 Νοέμβρη

Ίσως η πιο αινιγματική φιγούρα που συνδέθηκε με την 17 Νοέμβρη ήταν ο διαβόητος «Νικήτας»… Μετά την έκρηξη της βόμβας στα χέρια του Ξηρού, γεγονός που αποτέλεσε την αφορμή για να αρχίσει να ξετυλίγεται το κουβάρι της δράσης της τρομοκρατικής οργάνωσης, το όνομά του υπάρχει παντού.

Η αστυνομία προσπαθεί να συνθέσει το παζλ, συγκρίνοντας στοιχεία και μαρτυρίες, και να φτιάξει το προφίλ που θα την οδηγήσει στη σύλληψη εκείνου που όπως έδειχναν τα σημάδια, δεν ήταν απλά κεντρικό στέλεχος, αλλά ίσως ακόμη και ο υπαρχηγός των τρομοκρατών.

Τουλάχιστον σε εκείνη την πρώτη περίοδο δράσης της, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’80, πριν και η ίδια μεταλλαχθεί και στρατολογηθούν σε αυτή τα νέα μέλη που ανέλαβαν στη συνέχεια τα ηνία.

Έτσι, λίγες ημέρες μετά την είδηση που σόκαρε την ελληνική κοινωνία, με υπουργό Δημοσίας Τάξεως –όπως και σήμερα- τον Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, άνδρες της αντιτρομοκρατικής εμφανίζονται από το πουθενά στην Σταμάτα Αττικής και συλλαμβάνουν τον φερόμενο ως «Νικήτα».

Ο σιωπηλός «Νικήτας»: Η αθώωση του ανθρώπου που κατηγορήθηκε ως δεύτερος αρχηγός της 17 Νοέμβρη

.Οι γείτονές του πέφτουν από τα σύννεφα. Εκείνη την ζεστή μέρα, μέσα στην καρδιά του καλοκαιριού (26 Ιουλίου 2002), ο 50χρονος –τότε- άνδρας, δεν είχε κάνει τίποτα διαφορετικό σε σχέση με οποιαδήποτε προηγούμενη. Οικογενειάρχης, παντρεμένος, χαμηλών τόνων ήταν από αυτούς που συνηθίζουμε να λέμε πως «δεν δίνουν δικαιώματα». Μάλιστα, εκείνες τις μέρες ένας από τους περίοικους θα πει πως είχε αρνηθεί ευγενικά μέχρι και να πάρει μέρος σε μια συγκέντρωση διαμαρτυρίας των κατοίκων της περιοχής σχετικά με ένα παρακείμενο μπαζωμένο ρέμα. «Δεν μ’ αρέσουν οι φασαρίες και τα μπλεξίματα. Προτιμώ να έχω την ησυχία μου», φέρεται να είχε πει…

Το ίδιο ήσυχος αποδείχθηκε και κατά τη σύλληψή του αλλά και στην ανακριτική διαδικασία που ακολούθησε στην Αντιτρομοκρατική. Ενώπιον του εισαγγελέα αρνήθηκε τα πάντα, επιμένοντας στην δική του εκδοχή των γεγονότων, σύμφωνα με την οποία ούτε γνώριζε ούτε συμμετείχε σε οποιαδήποτε ενέργεια της τρομοκρατικής οργάνωσης.

Όταν τελικά η υπόθεση φτάνει στο ακροατήριο και η πολύκροτη δίκη ξεκινά, ο «Νικήτας» έρχεται αντιμέτωπος με ένα βαρύ κατηγορητήριο. Του χρεώνουν την απόπειρα δολοφονίας του Αμερικανού λοχία Ρόμπερτ Τσαντ στον Άγιο Δημήτριο, τον Απρίλιο του 1984, συμμετοχή στη ληστεία του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας στα Κάτω Πετράλωνα που κατέληξε στο θάνατο του αστυφύλακα Χρήστου Μάτη, παραμονή Χριστουγέννων του ίδιου έτους και ενεργό ρόλο στην δολοφονία του εκδότη της Απογευματινής Νίκου Μομφεράτου και του οδηγού του Παναγιώτη Ρουσέτη στο Κολωνάκι, τον Φεβρουάριο της επόμενης χρονιάς.

Παράλληλα, υπάρχει η μαρτυρία ενός συγκατηγορούμενού του, ο οποίος υποστηρίζει πως όταν εξέφρασε κάποιες αντιρρήσεις σχετικά με την δράση της 17 Νοέμβρη, βρέθηκε ενώπιον του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου αλλά και του «Νικήτα», που στα μάτια του ήταν ο αρχηγός και υπαρχηγός της οργάνωσης. Η αίσθηση των αρχών ότι ο 50χρονος ήταν ο διαβόητος «Νικήτας» ενισχύεται και από την κατάθεση του Παύλου Σερίφη, σύμφωνα με την οποία τον γνώριζε από την κοινή δράση τους από το 1979.

Στο παραπεμπτικό βούλευμα ο «Νικήτας» χαρακτηρίζεται «συνιδρυτής» της 17Ν. Ο ίδιος, πάντα μέσω του συνηγόρου του, εξακολουθεί να αρνείται οποιαδήποτε εμπλοκή. Ο νομικός εκπρόσωπός του προσπαθεί να αντικρούσει το κατηγορητήριο, προβάλλοντας τα επιχειρήματα του πελάτη του και προτάσσοντας την ουσιαστική έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων εναντίον του αλλά και το γεγονός ότι ακόμη και ο Σάββας Ξηρός είχε δηλώσει πως δεν τον γνώριζε.

Επιπλέον, αναφέρεται στη στάση του μετά τη σύλληψή του. Σε αντίθεση με άλλους, εκείνος δεν εξέφρασε κάποιο παράπονο για τις συνθήκες και τις μεθόδους ανάκρισης (ορισμένοι είχαν κάνει λόγο για βασανιστήρια, σωματικά και ψυχολογικά), ενώ ουδέποτε προσπάθησε να επικοινωνήσει με συγκρατούμενους ή συγκατηγορούμενους, ούτε επιχείρησε να έρθει σε επαφή με διάφορα Μέσα.

Όσο η δίκη προχωρά, το όνομα του «Νικήτα» παίζει ολοένα και λιγότερο. Ενώ αρχικά βρισκόταν ανάμεσα σε εκείνα των Γιωτόπουλου, Κουφοντίνα και των Ξηρών, σταδιακά κατεβαίνει και προκύπτει πως ο όποιος ρόλος του (τουλάχιστον στη βάση των αποδεικτικών στοιχείων) δεν είναι αυτός που είχαν εικάσει οι διωκτικές αρχές.

Τελικά θα καταδικαστεί πρωτόδικα σε 8ετή κάθειρξη, την μικρότερη ποινή που επιβλήθηκε σε κατηγορούμενο για την 17Ν (με εξαίρεση εκείνους που αθωώθηκαν) για συμμετοχή στην οργάνωση και μέχρι να εκδικαστεί ξανά από το Εφετείο, τα αδικήματα για τα οποία είχε ασκηθεί η δίωξη είχαν παραγραφεί.

Έτσι περπάτησε ξανά ως ελεύθερος άνθρωπος και αντίθετα από ότι ίσως να περίμενε κανείς, τα βήματά του τον οδήγησαν ξανά στην παλιά ζωή του, πριν προκύψει η ιστορία με την 17 Νοέμβρη. Επέστρεψε στην περιοχή του παραμένοντας στο επάγγελμα με το οποίο πάντοτε βιοποριζόταν. «Νικήτας» ή όχι, παρέμεινε σιωπηλός όπως τον περιέγραφαν και με την μετέπειτα ζωή του, μέχρι και σήμερα, δικαίωσε όσους είχαν πει πως ήταν ένας τύπος που απλά ήθελε την ησυχία του…