Έχουν συγκλονίσει πολλών ειδών τραγωδίες τη χώρα μας: Ναυάγια, αεροπορικά δυστυχήματα, το σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών, του οποίου ο πόνος και η οργή για τα αίτια του ακόμα και σήμερα αντηχεί δυνατά. Και φυσικά στο πέρασμα των χρόνων έχουν καταγραφεί αμέτρητες περιπτώσεις (συλλογικών ή μεμονωμένων) περιστατικών που βύθισαν την ελληνική κοινωνία πρώτα στην αγωνία και μετά στη θλίψη:
Όπως το ανεπανάληπτο θρίλερ της εξαφάνισης ορειβατών πριν από περίπου 40 χρόνια…

Τον μακρινό Δεκέμβρη του 1976 μέλη ορειβατικών συλλόγων από την Καβάλα και τη Θεσσαλονίκη ξεκίνησαν μια προγραμματισμένη ανάβαση. Τέσσερις άνδρες (Δημήτρης Καστανιώτης, Στέργιος Χατζηγεωργίου, Πασχάλης Τυρνινής, Παναγιώτης Παπαδόπουλος) και δυο γυναίκες (Βικτώρια Μπαρτζιλάι, Κυριακή Λαζαρίδου) επιχείρησαν ν’ ανέβουν στον Όλυμπο. Ωστόσο οι καιρικές συνθήκες έγιναν απίστευτα αντίξοες. Και αφότου παρασύρθηκαν από χιονοστιβάδα σε ύψος 2.700 μέτρων, εξαφανίστηκαν…
Από τη στιγμή που χάθηκαν τα ίχνη τους, σήμανε συναγερμός. Ξεκίνησε μια από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης που είχε πραγματοποιηθεί μέχρι τότε. Και ενδεικτική των συνθηκών και της συναισθημάτων είναι η περιγραφή του Τέρενς Κουίκ.
Συνοδευόμενος από τον οπερατέρ, Γιάννη Κελετζή, ο τότε παρουσιαστής ειδήσεων της ΕΡΤ Βορείου Ελλάδος ήταν ένας από τους ελάχιστους δημοσιογράφους (παρόντες επίσης οι Κώστας Παπαπέτρου και Νίκος Φλώρος) που συμμετείχαν στην αποστολή. Έχει εξιστορήσει λοιπόν χαρακτηριστικά στη «Huffpost»:
«Ήρθε ένα ελικόπτερο στο Λιτόχωρο για να πάρει λοκατζήδες καταδρομείς και να τους ανεβάσει ψηλά, όσο κοντά επέτρεπε ο καιρός. Μπήκαμε κι εμείς μέσα. Το “μαζί σας” σε τέτοιες στιγμές δεν είναι προνόμιο. Είναι ρίσκο. Φτάσαμε σε σημείο κοντά στην περιοχή όπου θα κινούνταν οι ομάδες έρευνας. Κατέβηκαν οι καταδρομείς, κατεβήκαμε κι εμείς για να πάρουμε πλάνα από την πορεία τους.
Και τότε είδα, στην πιο πρακτική του μορφή, τι σημαίνει χειμερινό βουνό σε θύελλα. Το ελικόπτερο δεν μπορούσε να σταθεί. Δεν “έβρισκε” σώμα. Ο άνεμος το έσπρωχνε, η ορατότητα έκλεινε, η ασφάλεια μηδενιζόταν. Ο πιλότος αναγκάστηκε να φύγει. Μείναμε πίσω. Στο πουθενά. Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε μέχρι να επιστρέψει. Στο βουνό, ο χρόνος δεν μετριέται σε λεπτά. Μετριέται σε “αν προλάβουμε”.

Εκεί καταλαβαίνεις πως στο βουνό δεν υπάρχουν ρόλοι. Δεν υπάρχει “κάνω ρεπορτάζ”. Υπάρχει μόνο το “είμαι εδώ” και το αν θα μείνεις. Το ελικόπτερο, δεν θυμάμαι σε πόση ώρα, γύρισε. Έφερε κι άλλους καταδρομείς. Ο πιλότος μου έκανε νόημα: “Γρήγορα, ανεβείτε”.
Έπρεπε να γυρίσουμε στο Λιτόχωρο, να φύγουμε για Θεσσαλονίκη, να προλάβουμε δελτία, να εμφανιστεί το φιλμ. Είχα ήδη μπει μέσα κρατώντας το πρώτο κουτί -δέκα λεπτά υλικό, πολύτιμο, όχι γιατί απλά ήταν “καλό”, αλλά γιατί ήταν από τη σκηνή του δράματος.
Ο Γιάννης Κελετζής, όμως, συνέχιζε να γυρίζει. Του φώναζα να έρθει. Να μπει. Να φύγουμε. Το ελικόπτερο δεν ακουμπούσε καν κανονικά στο χιόνι. Δεν έκανε “προσγείωση”. Έκανε αυτό που σε τέτοιο καιρό κάνει ένα ελικόπτερο για να επιβιώσει: Μια αιώρηση στο μισό μέτρο και μετά… φυγή.
Και ο Κελετζής έμεινε πίσω. Εκεί πεισματικά στο καθήκον του. Αυτός ήταν ο απίστευτος και φοβερός Γιάννης. Αργότερα έμαθα ότι οι καταδρομείς του έδωσαν κάλτσες, γιατί φορούσε σκαρπίνια -δεν ήταν ντυμένος για τέτοια νύχτα. Το ευτύχημα ήταν ότι κατάφερε να προχωρήσει προς το καταφύγιο Ζολώτα, εκεί όπου υπήρχε τηλέφωνο στρατιωτικού τύπου, να επικοινωνήσει, να πει “ζω”. Έμεινε εκεί μέχρι τη Δευτέρα, όταν μαλάκωσε ο καιρός».
Οι επιχειρήσεις εντοπισμού των άτυχων ορειβατών κράτησαν μέρες. Ενεπλάκησαν ακόμα και τα ελικόπτερα Χιούι που είχε ο στρατός από την εποχή του Βιετνάμ. Γρήγορα όμως ο χρόνος (βάσει και της απίστευτης κακοκαιρίας) άρχισε να μετρά εις βάρος των όποιων πιθανοτήτων. Και η αναζήτηση αγνοούμενων ξεκίνησε να γίνεται αναζήτηση σορών.

Αναφέρεται συγκεκριμένα στην καταγραφή του συμβάντος από την Ελληνική Ομάδα Διάσωσης:
«Όταν μια από τις ομάδες διάσωσης έφτασε στον Λαιμό, εντόπισε με τα κιάλια μια μεγάλη εγκοπή στο χιόνι στη βάση του Στεφανιού. Ήταν η πρώτη ένδειξη σοβαρού συμβάντος. Η ανησυχία κορυφώθηκε στο οροπέδιο των Μουσών, όπου επικρατούσε απόλυτη λευκή σιωπή και κανένας καπνός δεν έβγαινε από το καταφύγιο. Δεν υπήρχε πλέον αμφιβολία ότι η ομάδα των έξι είχε θαφτεί κάτω από τον χιονισμένο όγκο, πιθανότατα στο σημείο της σχισμής κάτω από το Στεφάνι».
Αργότερα ένας από τους διασώστες εντόπισε έναν μπλε σκούφο θαμμένο στο χιόνι. Ήταν πλέον μια αδιάψευστη ένδειξη ότι τα μέλη της ομάδας βρίσκονταν θαμμένα εκεί. Λέγεται μάλιστα ότι οι έξι ορειβάτες ήταν όλοι συνδεδεμένοι μεταξύ τους με ένα και το ίδιο σκοινί. Κάτι που σημαίνει ότι και ένας μόνο να έφυγε στη χιονοστιβάδα, μπορούσε να έχει παρασύρει και τους υπόλοιπους.
Με την άφιξη των ανδρών των ΛΟΚ και ενώ είχαν ανασυρθεί ήδη δύο σοροί, ξεκίνησε η εξαιρετικά επίπονη διαδικασία απομάκρυνσης του χιονιού και ανάσυρσης των υπολοίπων θυμάτων, που βρίσκονταν θαμμένα σε βάθος άνω του ενός μέτρου.
Ώσπου να ανασυρθούν, να μεταφερθούν μέχρι τα ελικόπτερα και αυτά να καταφέρουν να πετάξουν από την κακοκαιρία χρειάστηκε να περάσουν τέσσερις ολόκληρες μέρες. Η διαδικασία ολοκληρώθηκε τελικά το πρωί της επόμενης Δευτέρας, όταν οι υπόλοιπες σοροί και οι 23 απίστευτα καταπονημένοι διασώστες έφτασαν στην Κατερίνη και το Λιτόχωρο.
Ήταν το θλιβερό φινάλε της μεγαλύτερης ορειβατικής τραγωδίας που έχει καταγραφεί στην Ελλάδα. Ενός συμβάντος που σημάδεψε ανεξίτηλα τη χώρα, αλλά και τον κλάδο ειδικότερα: Αναδεικνύοντας την ανάγκη για οργανωμένη ορεινή διάσωση και δίνοντας ουσιαστικά την πρώτη (τραγική) αφορμή να δημιουργηθεί ειδική ομάδα γι’ αυτόν τον σκοπό.
