Έριξε πρόωρα αυλαία: Ο θρύλος της βιντεοκασέτας που τα παράτησε και έπαιζε μουσική στην Πλάκα

Όλοι αναγνώριζαν φάτσα και φωνή, ελάχιστοι ήξεραν και το όνομά του (εάν το έλεγαν κι αυτό σωστά…)

Από τις φάτσες εκείνες, και τις φωνές, που σου μένουν με την πρώτη ματιά. Αλλά, κακά τα ψέματα, δυσκολεύεσαι να συνδυάσεις με όνομα. «Γνωστός είναι μωρέ, αλλά πώς τον λένε;», η μόνιμη απορία. Ο Άκης Φλωρεντής, φανταζόμαστε, θα χρειάστηκε πολλές φορές στη διάρκεια της, δυστυχώς σύντομης, ζωής του να περάσει από αυτή τη διαδικασία. Να καλείται δηλαδή να εξηγήσει ποιος είναι και «από πού σε ξέρω εσένα;».

Το έκανε δίχως να βαρυγκωμά, δίχως να ενοχλείται. Δεν έτρεφε αυταπάτες. Ήξερε πως δεν ήταν σταρ όσο κι αν αγαπούσε τα φώτα, την έκθεση στο κοινό. Το όποιο μερίδιο της φήμης του το χρωστούσε στη λεγόμενη «εποχή της βιντεοκασέτας». Τότε έγινε αναγνωρίσιμος, τουλάχιστον φυσιογνωμικά. Μόλις είδε πως δεν περνούσε άλλο η μπογιά του καθώς η ιδιωτική τηλεόραση έκανε την εμφάνισή της αλλάζοντας ριζικά το τοπίο και τις προτεραιότητες, το γύρισε φουλ στη μουσική. Την άλλη του μεγάλη αγάπη μετά την υποκριτική.

Έπαιζε κιθάρα, πιάνο και ακορντεόν κυρίως σε μαγαζιά της Πλάκας, αλλά και σε κρουαζιερόπλοια. Όπου έβρισκε δουλειά, κυνηγώντας το μεροκάματο. Ήταν και καλός τραγουδιστής, ενώ μπορούσε να ερμηνεύσει ως και σε 12 διαφορετικές γλώσσες. Φανταζόμαστε πολλοί θαμώνες, Έλληνες όχι ξένοι τουρίστες προφανώς, θα τον πλησίαζαν ζητώντας του να τους διηγηθεί ιστορίες από την περίοδο που ήταν ηθοποιός.

Το κανονικό του όνομα ήταν Μπαρούχ Φλωρεντίν. Εβραϊκής καταγωγής. Το έκανε «Φλωρεντής» για να είναι πιο εύκολο, με τον τόνο στο «ήτα», αλλά πολλοί μπερδευόντουσαν τονίζοντας στο «έψιλον». Από μικρός γοητεύτηκε από το χώρο του θεάματος και έψαξε τρόπο να γίνει κομμάτι του.

Αγαπούσε και το θέατρο και τη μουσική. Ήταν το πρώτο αρχικά, που τον κέρδισε. Το θεωρούσε πιο ολοκληρωμένη μορφή τέχνης. Τελείωσε το Εθνικό Θέατρο και βρέθηκε να αναζητεί δουλειά. Μέσω του Ντίνου Ηλιόπουλου, που ήταν και δάσκαλός του, ήρθε σε επαφή με ανθρώπους που μπορούσαν να τον βοηθήσουν.

Αλλά ήταν άτυχος. Με την έννοια πως ο ελληνικός κινηματογράφος διέρχονταν τότε περίοδο κρίσης. Και κάπως έτσι παγιδεύτηκε στην ευκολία, αλλά και στην προχειρότητα της βιντεοκασέτας. Με ταινίες που γυριζόντουσαν μέσα σε 5 μέρες, στη λογική του «ωχ αδελφέ μου, δεν βαριέσαι, ας κάνουμε κάτι να τελειώνουμε».

Ο Άκης Φλωρεντής έκανε και αυτήν την επική διαφήμιση για τον φραπέ Fiesta:

Προσπαθούσε να διατηρήσει ένα μίνιμουμ ποιότητας παρεμβαίνοντας όσο και όπως μπορούσε στο κείμενο (δεν λέμε «σενάριο», συχνά γαρ ήταν ανύπαρκτο), αποφεύγοντας τις βωμολοχίες. Χάρη στην ιδιαίτερη φωνή του και στην χαρακτηριστική του φιγούρα, ξεχώριζε. Αλλά στην πραγματικότητα δεν μπορούσε να κάνει πολλά πράγματα. Η κακή δουλειά παραμένει τέτοια όσο κι αν προσπαθήσεις να την καμουφλάρεις.

Όπως και να ‘χει, ο Άκης Φλωρεντής αυτό που έκανε, το έκανε με εντιμότητα. Τη λέξη άλλωστε αύτη πάντα του άρεσε να την προτάσσε όταν του ζητούσαν να περιγράψει τον εαυτό του. Συνολικά γύρισε 60 ταινίες, παίζοντας συνήθως το ρόλο του… σπασίκλα βουτυρομπεμπέ.

Οι περισσότεροι τον θυμούνται για το Κομπιούτερ του Θανάτου. Στη σφαίρα του καλτ, το έχουν αποκαλέσει, ειρωνικά, και «ελληνικό Matrix». O ίδιος ο Φλωρεντής το είχε αποκηρύξει, πάντα με αυτόν τον ευγενικό, αστικό θα έλεγε επίσης κανείς, τρόπο του. Λέγοντας ότι ποτέ δεν είχε δει την ταινία ολόκληρη…

Πέθανε στις 8 Φεβρουαρίου 2015 σε ηλικία 60 ετών κι ενώ νοσηλευόταν επί 10 ημέρες σε νοσοκομείο της Αθήνας. Ένα πρόωρο τέλος, αθόρυβο. Όπως το μεγαλύτερο μέρος της ζωής ενός καλλιτέχνη που αν μη τι άλλο διατήρησε την αξιοπρέπεια και την εντιμότητά του. Κι ας μην έγινε ποτέ «όνομα».

*Αρκετές πληροφορίες για το άρθρο αυτό, αντλήθηκαν από τη συνέντευξη που είχε δώσει ο Άκης Φλωρεντής στο Retromaniax.gr