Το Σεπτέμβριο του 1948 ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα μαινόταν. Ο Δημοκρατικός Στρατός διατηρούσε το αξιόμαχο του και είχε περάσει στην αντεπίθεση, μετά την αποτυχία των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων των κυβερνητικών στρατευμάτων στο Βίτσι. Ωστόσο, η τελική έκβαση είχε σε ένα βαθμό αποκρυσταλλωθεί. Η αμερικανική βοήθεια θα άλλαζε δραστικά τους επόμενους μήνες τις ισορροπίες και ο υπέρτερος σε άνδρες και εξοπλισμό Εθνικός Στρατός θα στρίμωχνε σε μια πολύ περιορισμένη έκταση τους αντάρτες.
Ήδη, ένα χρόνο πριν το τέλος του πολέμου, το να φτάσει κάποιος στις κατεχόμενες από τους αντάρτες περιοχές ήταν εξαιρετικά δύσκολο, καθώς ο Εθνικός Στρατός είχε αποκόψει τις περισσότερους «οδούς» σύνδεσης. Αν κάποιος ήθελε, για παράδειγμα, να φτάσει από την Αθήνα στο Βίτσι ή το Γράμμο, όπου είχε τα «φρούρια» του ο ΔΣΕ, ήταν πιο εύκολο να πάει μέσω Γιουγκοσλαβίας (ή κάποιας άλλης κομμουνιστικής χώρας) παρά να το επιχειρήσει μέσω της δυτικής Ελλάδας.
Κάπως έτσι γεννήθηκε η ιδέα για την πρώτη αεροπειρατεία στον ελληνικό χώρο. Εμπνευστές της ήταν έξι νέοι, που ήταν οργανωμένοι στην ΕΠΟΝ, τη νεολαία του παράνομου ΚΚΕ. Όλοι τους καταζητούνταν από τις Αρχές, κατηγορούμενοι για σαμποτάζ. Επρόκειτο για τους Αλέξανδρο και Δημήτριο Κουφουδάκη (21 και 23 ετών αντίστοιχα), Αχιλλέα Κετιμλίδη (19 ετών), Αντώνη Βογιάζο (18 ετών), Γιώργο Κέλα (17 ετών) και Σπύρο Χειλμιάδη (18 ετών).
Οι επιλογές των έξι συντρόφων ήταν συγκεκριμένες. Ή θα έφευγαν σε κάποια χώρα του ανατολικού μπλοκ ή θα έπεφταν στα χέρια των διωκτών τους. Θα ήταν σχεδόν αδύνατο όμως να φτάσουν ως ομάδα στο εξωτερικό, χωρίς να γίνουν αντιληπτοί κατά τη διάρκεια της διαδρομής. Έτσι, έθεσαν σε λειτουργία ένα «παλαβό» σχέδιο, παίρνοντας το ρίσκο να κλείσουν εισιτήρια με αεροπορική πτήση από Αθήνα προς Θεσσαλονίκη. Στόχος ήταν να πετάξουν με το αεροπλάνο έως τη Γιουγκοσλαβία και από εκεί να οργανωθούν και να περάσουν στα ελληνικά βουνά, για να ενταχθούν στον ΔΣΕ.
Με σουγιά και μπουκάλι γκαζόζας
Από τη Θεσσαλονίκη κατέβηκαν ένας-ένας συνωμοτικά στην Αθήνα και αγόρασαν εισιτήρια για πτήση της ιδιωτικής αεροπορικής εταιρίας ΤΑΕ για τη συμπρωτεύουσα. Ήταν 12 Σεπτεμβρίου 1948.
Στο αεροπλάνο, τύπου DC-3 (Ντακότα), επέβαιναν συνολικά 21 άτομα. Ένας από τους 17 επιβάτες (τετραμελές πλήρωμα) ήταν και ο βουλευτής του Κόμματος των Φιλελευθέρων, Ιωάννης Αποστόλου.
Λίγα λεπτά μετά την απογείωσή του και ενώ το αεροσκάφος είχε φτάσει ανάμεσα σε Εύβοια και Σκύρο, οι τέσσερις από τους έξι ανέλαβαν δράση, κατευθυνόμενοι προς το πιλοτήριο. Τα όπλα τους ήταν ένας σουγιάς και ένα σπασμένο μπουκάλι… γκαζόζας με οξυζενέ. Εισέβαλαν στο θάλαμο διακυβέρνησης και με την απειλή αυτών απαίτησαν από τον κυβερνήτη Αθανάσιο Ηγουμενάκη και τον συγκυβερνήτη Χρήστο Κανδία να ακολουθήσουν πορεία προς τη Γιουγκοσλαβία.
Οι δύο χειριστές και ο ασυρματιστής Φοίβος Ξάνθος αντέδρασαν, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει μάχη μέσα στο πιλοτήριο. Ο συγκυβερνήτης τραυματίστηκε ελαφρά κι έτσι κι αλλιώς δεν θα μπορούσαν για ώρα να αντισταθούν, αφού το αεροπλάνο έχανε διαρκώς ύψος. Προκειμένου να αποφευχθούν τα χειρότερα, ο Ηγουμενάκης «παραδόθηκε» προκειμένου να το επαναφέρει στο σωστό ύψος.
Μέσα στον χαμό, ο ασυρματιστής είχε προλάβει να στείλει ένα σήμα κινδύνου στον πύργο ελέγχου. Η εντολή που έλαβε σχεδόν αμέσως ήταν να «επιστρέψει το αεροπλάνο πάση θυσία εις Θεσσαλονίκην». Δόθηκε παράλληλα διαταγή να απογειωθούν πολεμικά αεροσκάφη ώστε να ματαιώσουν τα όποια σχέδια των αεροπειρατών. Ήταν δύσκολο όμως να εντοπίσουν το αεροπλάνο, αφού ο πιλότος είχε επιχειρήσει να παραπλανήσει τους ΕΠΟΝίτες, θέλοντας να το προσγειώσει σε ελληνικό αεροδρόμιο.
Εκείνοι, ωστόσο, διέγνωσαν τις προθέσεις του και του είπαν να ακολουθεί τον Αξιό ποταμό προκειμένου να είναι σίγουροι ότι «κρατάει» τη σωστή πορεία. Ακολούθησε σιγή ασυρμάτου. Το επόμενο μήνυμα που εξέπεμψε ο ασύρματος ήταν από τα γιουγκοσλαβικά εδάφη: «Είμεθα προσγειωμένοι Όφτσε Πόλε 60 χλμ. Νοτιοανατολικά Σκοπίων».
Η επιχείρηση των αεροπειρατών είχε πετύχει στο ακέραιο. Έφτασαν στον προορισμό τους χωρίς να υπάρχουν θύματα ή κάποιος βαρύς τραυματισμός. Στην καμπίνα επιβατών, μετά τον αρχικό πανικό, επικράτησε ησυχία, τάξη και ασφάλεια. Οι ίδιοι οι επιβάτες αφηγήθηκαν αργότερα ότι υπήρξε απόλυτος σεβασμός από τους δράστες. Οι οποίοι ζήτησαν μάλιστα «συγνώμη» για την ταλαιπωρία και ευχήθηκαν καλή επιστροφή.
Η τύχη των έξι
Όταν οι αεροπειρατές αποχώρησαν, το αεροπλάνο απογειώθηκε και έφθασε το ίδιο απόγευμα στο στρατιωτικό αεροδρόμιο του Σέδες, στη Θέρμη, 15 χιλιόμετρα ανατολικά της Θεσσαλονίκης. Οι έρευνες που ξεκίνησαν αποσκοπούσαν στον εντοπισμό πιθανών συνεργών των δραστών, σε πιθανή ενορχήστρωση από το ΚΚΕ ή σε ενδεχόμενη σύνδεση με τη δολοφονία του Αμερικανού δημοσιογράφου του ειδησεογραφικού δικτύου CBS, Τζορτζ Πολκ.
Το «πόρισμα» ήταν ότι οι έξι άνδρες έδρασαν αυτοβούλως, παρακινούμενοι από νεανικό ενθουσιασμό και άγνοια κινδύνου. Το εμφυλιακό κράτος ξέσπασε το θυμό του πάνω στα μέλη των οικογενειών τους, που ανακρίθηκαν, δικάστηκαν και κρατήθηκαν για ένα χρόνο στα κρατητήρια της Ασφάλειας.
Οι δράστες δικάσθηκαν ερήμην από το Έκτακτο Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης και καταδικάσθηκαν σε θάνατο. Η απόφαση αυτή, ωστόσο, δεν εκτελέστηκε ποτέ.
Τι απέγιναν οι έξι; Αφότου έφτασαν στα Σκόπια μέσω τρένου, πιθανολογείται ότι ο καθένας τράβηξε την πορεία του. Ο Σπύρος Χελμιάδης σκοτώθηκε σχεδόν ένα μήνα αργότερα στη μάχη του υψώματος Μπίκοβικ κοντά στην Καστοριά.
Για τον Αχιλλέα Κετιμλίδη οι πληροφορίες ήταν αντικρουόμενες. Οι περισσότερες πηγές ανέφεραν ότι πέρασε πάλι στην Ελλάδα, εντάχθηκε στον ΔΣΕ και σκοτώθηκε σε κάποια μάχη, πιθανόν στο Κιλκίς, όπου η ομάδα του έπεσε σε ενέδρα.
Ωστόσο, σύμφωνα με το voria.gr, οι ανιψιές του Κατερίνα και Δωροθέα Παπαδοπούλου, βρήκαν, μετά από πολύχρονες έρευνες, ότι ο θείος τους πήγε στην Πολωνία και υπηρέτησε στην Πολεμική Αεροπορία της χώρας. Η Κατερίνα Παπαδοπούλου μετέβη στην Πολωνία και απευθύνθηκε σε υπηρεσίες και ΜΜΕ της χώρας. Υπήρξαν μαρτυρίες ότι ο θείος της υπηρέτησε στις Ένοπλες Δυνάμεις της χώρας, αλλά δεν μπόρεσε να τον βρει.
Τα αδέρφια, Δημήτριος και Αλέξανδρος Κουφουδάκης, χτυπήθηκαν σε μάχες και έφυγαν για την Τσεχοσλοβακία. Ο Αλέξανδρος σπούδασε χημικός και επέστρεψε στην Ελλάδα το 1978. Το 1981 του δόθηκε ξανά η ελληνική ιθαγένεια και εργάστηκε ως ανώτερο στέλεχος στο «Δημόκριτο». Ο Δημήτρης σπούδασε Οικονομικά και επέστρεψε στην Ελλάδα την ίδια χρονιά με τον αδερφό του. Εργάστηκε σε μεγάλη ιδιωτική επιχείρηση.
Ο Γιώργος Κέλλας πήγε στη Ρουμανία όπου σπούδασε Ιστορία και παντρεύτηκε. Επέστρεψε μόνιμα στη Θεσσαλονίκη πριν τη Χούντα και πέθανε το 1985.
Ο Αντώνης Βογιάζος τέλος, που ήταν η «ψυχή» της αεροπειρατείας, πέρασε στην Ελλάδα αλλά όταν το ΚΚΕ έδωσε την ιστορική εντολή να τεθούν τα όπλα «παρά πόδα», έφυγε για την ΕΣΣΔ. Εκεί σπούδασε κινηματογράφο, σκηνοθετώντας αρκετές ταινίες και σειρές της σοβιετικής τηλεόρασης. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1975, όπου επίσης εργάστηκε ως σκηνοθέτης. Παράλληλα ασχολήθηκε με τη μετάφραση λογοτεχνικών ρωσικών έργων, καθώς και του έργου του Λένιν. Σκηνοθέτησε τις τηλεοπτικές σειρές «Ο Φωτογράφος του χωριού» (1977) – ένα από τα καλύτερα σίριαλ της δεκαετίας του 1970, που είχε υψηλά ποσοστά θεαματικότητας – «Αργώ» (1980) και «Ακροβάτες» (1981). Πέθανε τον Ιανουάριο του 1992.
Το 1987, ο Κώστας Κουτσομύτης σκηνοθέτησε την ταινία «Ο Κλοιός», βασισμένη στην αεροπειρατεία του 1948. Κάνοντας τα πρώτα βήματά τους τότε στην υποκριτική τέχνη, τους έξι «αεροπειρατές» ενσάρκωσαν οι Βλαδίμηρος Κυριακίδης, Γεράσιμος Σκιαδαρέσης, Σωκράτης Αλαφούζος, Αίας Μανθόπουλος, Δημήτρης Καραμπέτσης και Στέλιος Παύλου. Ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος υποδύθηκε τον βουλευτή Αποστόλου, ενώ ο Θωμάς Κινδύνης τον ασυρματιστή.
Εσφαλμένα αναφέρεται σε κάποια δημοσιεύματα η αεροπειρατεία του 1948 ήταν η πρώτη σε παγκόσμιο επίπεδο. Στην πραγματικότητα, ήταν μία από τις πρώτες επιτυχημένες που έγινε ποτέ.
