Λίγα γεγονότα στις ιστορίες των λαών, συνολικά παγκοσμίως, μπορούν να είναι πιο επαίσχυντα και χυδαία από το ψευδοδικαστήριο που στήθηκε κατά του Γεώργιου Καραϊσκάκη από συμπατριώτες του, τρία χρόνια μετά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης. Ένα από αυτά ήταν ξανά ελληνικό: η φυλάκιση και προσαγωγή σε δίκη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.
Στα σχολικά βιβλία, οι μαύρες σελίδες των εμφυλίων πολέμων που ναρκοθέτησαν την επανάσταση και την οδήγησαν σε σημείο να πνέει τα λοίσθια, ουδόλως αναδεικνύονται. Στο πλαίσιο αυτό, δεν υπάρχει καμία αναφορά για το όνειδος της πρωταπριλιάς του 2024, όταν ένας από τους σπουδαιότερους και αγνότερους αγωνιστές της επανάστασης δικάστηκε από έκτακτο στρατοδικείο, κατηγορούμενος για συνέργεια με τον εχθρό και προδοσία. Ήταν μάλιστα ορατός ο κίνδυνος εκτέλεσης του και αν δεν παρενέβαινε με φλογερά λόγια ο Κίτσος Τζαβέλας ενδεχομένως και να είχαν πάρει την πλέον απευκταία τροπή οι εξελίξεις.
«Εγκέφαλος» της δίκης – παρωδίας κατά του Καραϊσκάκη ήταν ο ραδιούργος, μηχανορράφος Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, η πιο εξέχουσα πολιτική προσωπικότητα της Ελληνικής Επανάστασης και μετέπειτα τέσσερις φορές πρωθυπουργός. Ο Μαυροκορδάτος ήταν ο εκφραστής της αγγλικής πολιτικής στην Ελλάδα και εξελίχθηκε σε φανατικό εχθρό ανυστερόβουλων ηρώων, όπως ο Καραϊσκάκης, ο Κολοκοτρώνης, ο Δημήτριος Υψηλάντης, αλλά και ο Καποδίστριας.
Ο Κάρπος Παπαδόπουλος, συγγραφέας και αγωνιστής της Ελληνικής Επανάστασης, αναφέρει για αυτόν ότι «άμα εξερράγη η Ελληνική Επανάστασις έδραμεν εν Ελλάδι ουχί να συναγωνιστεί μετά των Ελλήνων, ουχί να ωφελήσει το έθνος αλλά έδραμεν να προλάβει να γίνει ηγεμών…». Ο Μαυροκορδάτος κατηγορείται για πολλά από επίσημες (ή όχι) πηγές. Μεταξύ αυτών ότι βρισκόταν πίσω από τις δολοφονίες του Οδυσσέα Ανδρούτσου, του Καραϊσκάκη και του Καποδίστρια, ενώ δεν υπάρχει αμφισβήτηση για το σκοτεινό ρόλο του στις εμφυλιοπολεμικές έριδες.
Το «πνεύμα» του Μαυροκορδάτου
Στο βιβλίο του «Όλα στο Φως», ο νομικός και δικαστής Θεόδωρος Δ. Παναγόπουλος είναι καταπέλτης για την υστεροφημία του: «…δυστυχώς για τον τόπο, ο φοβερός αυτός άνθρωπος εξασφάλισε, με τους φατριασμούς και τις ραδιουργίες, από πολύ νωρίς, από τα παρασκήνια, τον έλεγχο του διοικητικού μηχανισμού, χώρισε σε αλληλομισούμενα κόμματά τους πολίτες, διαίρεσε το έθνος, υπόθαλψε τη διαφθορά, εξαχρειώνοντας, με χρήμα και αξιώματα, οπλαρχηγούς και αγωνιστές, στρέφοντας τον έναν εναντίον του άλλου, νοθεύοντας τον αγνό πατριωτισμό τους. Για να επιτύχει τον επιδιωκόμενο σκοπό του, συμμάχησε με ιδιοτελείς κοτσαμπάσηδες, κάποιους μεγαλοκαραβοκύρηδες και νησιώτες».
Αλλά το πιο αντιπροσωπευτικό για τη δράση του το έχει γράψει μάλλον ο διακεκριμένος λογοτέχνης, Δημήτρης Φωτιάδης, που ασχολήθηκε εκτενώς με την Επανάσταση του ’21. Στο βιβλίο «Καραϊσκάκης» που εξέδωσε το 1956 αναφέρει ότι είναι το κληροδότημα του δικού του πνεύματος που ταλανίζει εσαεί την Ελλάδα: «Το τι κακό έκανε αυτός ο άνθρωπος σε τούτον τον τόπο δε λέγεται. Και δεν το πλέρωσε μονάχα η γενιά του Εικοσιένα. Ίσαμε τώρα το δικό του πνεύμα μας κυβερνάει και δε μας αφήνει να προκόψουμε. Ο Καραϊσκάκης έπεσε θύμα της εγγλέζικης πολιτικής στην Ελλάδα κι εμπνευστές της σατανικής δολοφονίας του στάθηκαν ο Κόχραν, ο Τσωρτς κι ο Μαυροκορδάτος».
Δίκη – παρωδία
Την άνοιξη του 1824 η χώρα ήταν καθημαγμένη και ειδικά στην Πελοπόννησο οι συγκρούσεις μεταξύ Ελλήνων μαινόταν στο πεδίο της μάχης. Το κατηγορητήριο για τον Καραϊσκάκη ανέφερε ότι είχε έρθει σε συνεννόηση με τον Ομέρ Βρυώνη για να του παραδώσει τη Ναύπακτο και το Μεσολόγγι. Ο Μαυροκορδάτος, διοικητής Στερεάς Ελλάδας εκείνη την περίοδο, θεωρούσε τον εκρηκτικό, ατίθασο και αθυρόστομο Καραϊσκάκη απειλή για τα σχέδια του.
Ο ιδιοφυής στρατιωτικός ήταν φυματικός και εκείνη την περίοδο η ασθένεια ήταν σε κρίση. Συνελήφθη ξαπλωμένος και ανήμπορος από τους οπλαρχηγούς του Μαυροκορδάτου στο Μεσολόγγι και μεταφέρθηκε για τη δίκη στην εκκλησία της Παναγιάς στο Αιτωλικό.
Ένορκοι και δικαστές ανέλαβαν στρατιωτικοί και πολιτικοί παράγοντες της Ρούμελης, που υποστήριζαν τον Μαυροκορδάτο, ενώ δημόσιος κατήγορος εναντίον του ήταν ο δεσπότης Άρτας Πορφύριος. Η κατηγορία στοιχειοθετήθηκε στους ισχυρισμούς του ψευδομάρτυρα, Κωνσταντίνου Βουλπιώτη, που υποστήριξε ότι είχε πάει στον Ομέρ Βρυώνη με γράμμα του Καραϊσκάκη.
Σύμφωνα με τον αυτόπτη μάρτυρα και ιστορικό του αγώνα, Νικόλαο Κασομούλη, ο Καραϊσκάκης μετέτρεψε τη δική του σε παρωδία, επιστρατεύοντας και τη θρυλική αθυροστομία του. Όταν ο επίτροπος Γαλάνης Μεγαπάνου τον ρώτησε για ποιο λόγο χρησιμοποιεί τόσο συχνά υβριστικές εκφράσεις («Βρε ηξεύρομεν Καραϊσκάκη όπου λέγεις όλο λόγια, μα διατί τα λέγεις έτσι;»), ο κορυφαίος οπλαρχηγός του απάντησε απλοϊκά «το’ χω χούι».
«Μα γιατί να το έχεις αυτό το χούι, ενώ είσαι πενήντα χρόνων;», επέμεινε ο Μεγαπάνου και τότε ο Καραϊσκάκης τον… αφόπλισε με μία ακόμα απολαυστική ατάκα, βγαλμένη από το χαρακτηριστικό ρεπερτόριο του. «Αμ δεν ημπορώ να το κόψω τώρα, κυρ Πάνο. Κι εσύ είσαι ογδόντα χρονών, αλλά το χούι να γαμής δεν τ’ αφήνεις»!
Οι περισσότεροι που βρισκόταν στον ναό ξέσπασαν σε γέλια, ενώ τα παλικάρια και οι οπαδοί του Καραϊσκάκη άρχισαν να φωνάζουν υπέρ της αθώωσης του.
Την καίρια παρέμβαση όμως την έκανε ο Κίτσος Τζαβέλας, φωνάζοντας: «Στρατηγοί, βλέπω πως αδίκως θέλετε να βάψωμεν τα χέρια εις το αίμα του αθώου Καραϊσκάκη, με τις ψευδείς εξομολογήσεις του ψευτοΒουλπιώτη. Εγώ δεν είμαι σύμφωνος, αν εσείς αποφασίσετε τον θάνατον του, το αθώο αίμα του να πέσει εις τα κεφαλάς των πρωταιτίων και εις τα τέκνα των».
Η απόφαση ήταν καταδικαστική, αφού το στρατοδικείο ήταν κατασκευασμένο, πλην η παρουσία 80 οπλισμένων οπαδών του Καραϊσκάκη και ο φόβος για αντίποινα – ίσως και η πολύ βαριά ευθύνη της καταδίκης σε θάνατο ενός λαϊκού ήρωα – είχαν ως αποτέλεσμα να του επιβληθεί μόνο ποινή εξορίας.
Η ετυμηγορία του δικαστηρίου χαρακτήριζε τον Καραϊσκάκη ως «επίβουλον της Πατρίδος και προδότην». Σστερήθηκε όλων των βαθμών και των αξιωμάτων του και διατάχθηκε να αναχωρήσει από το Αιτωλικό. Οι δε πολίτες διατάχθηκαν να αποφεύγουν κάθε επικοινωνία με τον «εχθρό της πατρίδας», εφόσον αυτός «δεν μετανοήσει και προσπέσει στο έλεος των Ελλήνων και ζητήσει συγχώρησιν»….
Καθώς έβγαινε από την εκκλησία ο Καραϊσκάκης, απευθύνθηκε στους δικαστές του, λέγοντας: «Αδελφοί καπεταναίοι. Αν με καταδικάσατε δικαίως, ο Θεός να μου το στείλει το βόλι εις το κεφάλι ευθύς, αυτού οπού εβγαίνω. Kαι αν αδίκως, να σας το πέμψει εις το ιδικό σας κεφάλι».
Ήταν μια άλλη φράση του όμως αυτή που έμεινε στην ιστορία, την οποία είπε στον Μαυροκορδάτο, προτού αναχωρήσει από το Αιτωλικό. «Εσύ, ορέ Μαυροκορδάτε, την προδοσία μου με την έγραψες εις το χαρτί και εγώ γλήγορα ελπίζω να σου την γράψω εις το μέτωπο σου. Διά νά φαvή ποιός είσαι…».
Φυσικά, ο Καραϊσκάκης απάντησε με πράξεις, με τη μετέπειτα δράση του, στους κατηγόρους και επικριτές του, ελευθερώνοντας σχεδόν όλη τη Στερεά Ελλάδα μέσα σε τέσσερις μήνες.