Από μια μικρή φούσκα οξυγόνου: Πώς βγήκε ζωντανός ο «ξεγραμμένος» που βρέθηκε 60 ώρες εγκλωβισμένος σε βυθό 30 μέτρων

Μια απίθανη ιστορία επιβίωσης

Το ημερολόγιο έγραφε 26 Μαΐου 2013 όταν η κακοκαιρία στο θαλάσσιο χώρο περίπου 20 μιλίων από τις ακτές της Νιγηρίας οδήγησε στη βύθιση ενός ρυμουλκού πλοίου. Μετά από σχεδόν 2,5 ημέρες, ή 60 ώρες αν προτιμάτε, γράφτηκε ο επίλογος μιας τραγωδίας που είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο 11 ανθρώπων αλλά και την απίστευτη ιστορία επιβίωσης του Χάρισον Οκένε.

Τότε ήταν 29 ετών και εργαζόταν ως μάγειρας στο Jascon-4 που με 12μελές πλήρωμα κλήθηκε να ρυμουλκήσει ένα πετρελαιοφόρο της Chevron, όπως είχε κάνει πολλές φορές στο παρελθόν. Εκείνη η νύχτα αποδείχτηκε ότι θα ήταν η τελευταία, τόσο για το πλεούμενο όσο και για τους υπόλοιπους συναδέλφους του Νιγηριανού, ο οποίος επέζησε αν και είχε όλες τις πιθανότητες εναντίον του.

Η μοιραία νύχτα

Σύμφωνα με την διήγηση του ίδιου πρέπει να ήταν γύρω στις 4:30 τα ξημερώματα όταν ξύπνησε για να πάει στην τουαλέτα. Όπως και όλοι οι άλλοι πάνω στο ρυμουλκό, κοιμόταν κλειδωμένος στην κουκέτα του, καθώς σε εκείνη την περιοχή συχνά τα πλεούμενα γίνονταν στόχος πειρατών. Αυτή η σωματική ανάγκη ήταν που τελικά φαίνεται πως έκανε τη διαφορά μεταξύ ζωής και θανάτου.

Ένιωσε ένα δυνατό χτύπημα συνοδευόμενο από αντίστοιχης έντασης ήχο και αμέσως μετά αντιλήφθηκε ότι το σκάφος άρχισε να βυθίζεται. Όσο οι σύντροφοί του πιάνονταν κυριολεκτικά στον ύπνο και άφηναν την τελευταία πνοή τους, εκείνος είχε την τύχη να είναι ξύπνιος και να αντιληφθεί τι συνέβαινε. Ωστόσο, ακόμη κι έτσι, τίποτα δεν μαρτυρούσε ότι θα κατόρθωνε να βγει ζωντανός από εκεί μέσα, αφού όπως αποδείχθηκε αργότερα, το πλοίο αναποδογύρισε και το κουφάρι του έμεινε στον πυθμένα σε βάθος περίπου 30 μέτρων.

Προσευχή και σκέψη

Προφανώς ακόμη και άτομα χωρίς ιδιαίτερη σχέση με την θρησκεία, εκείνη την ώρα θα απευθύνονταν στον Θεό, ζητώντας το έλεός του. Ο Χάρισον Οκένε έτσι κι αλλιώς ήταν βαθιά θρησκευόμενος, οπότε άρχισε να προσεύχεται και να ψέλνει εκκλησιαστικούς ύμνους, όταν συνειδητοποίησε πως σαν από θαύμα, είχε μεν εγκλωβιστεί σε ένα δωμάτιο, αλλά εκεί μέσα δημιουργήθηκε μια μικρή φούσκα οξυγόνου. Το νερό είχε εισέλθει, αλλά οι νόμοι της φυσικής (ενδεχομένως και η θεϊκή παρέμβαση, όπως είπαν κάποιοι) είχαν κάνει την δουλειά τους.

Ωστόσο για να επιβιώσει έπρεπε και ο ίδιος να κάνει κάποιες ενέργειες. Από την επένδυση των τοίχων έφτιαξε ένα αυτοσχέδιο στρώμα για να μην βρίσκεται το σώμα του στο νερό. Δεν ήταν τα τσιμπήματα από καραβίδες ή άλλα πλάσματα αυτό που τον ανησυχούσε, αλλά η υποθερμία. Θα ήταν θέμα χρόνου τα παγωμένα νερά να κατεβάσουν τη θερμοκρασία του σώματός του σε τέτοια επίπεδα που θα επέφεραν τον θάνατο. Παράλληλα, μπορεί να μην βρήκε νερό ή τροφή, αλλά ένα μπουκάλι κόκα-κόλα βοήθησε στο να δώσει υγρά στο κορμί του.

Αυτός, όμως, δεν ήταν ο μοναδικός κίνδυνος. Ο αέρας που είχε εγκλωβιστεί στο δωμάτιο του παρείχε οξυγόνο, αλλά μετά από κάθε ανάσα του ακολουθούσε η εκπνοή που συνεπαγόταν έκλυση διοξειδίου του άνθρακα. Αν η συγκέντρωσή του σε ένα χώρο ξεπεράσει το 5%, ο θάνατος είναι δεδομένος. Για καλή του τύχη πάντως ο ωκεανός λειτούργησε υπέρ του καθώς το διοξείδιο του άνθρακα απορροφάται από το νερό. Δίχως να το γνωρίζει, κάθε παφλασμός του χάριζε μερικά δευτερόλεπτα ζωής ακόμη. Όπως είπαν αργότερα οι ειδικοί, ίσως αυτή τελικά να ήταν και η λεπτομέρεια που έκανε την διαφορά.

Η διάσωση

«Όλα γύρω μου ήταν απλά μαύρα και θορυβώδη. Έκλαιγα και καλούσα τον Ιησού να με σώσει… Προσευχήθηκα τόσο πολύ… Ήμουν τόσο πεινασμένος, διψασμένος και κρύωνα και απλώς προσευχόμουν να δω κάποιο είδος φωτός» διηγήθηκε ο ίδιος, εξιστορώντας και τη στιγμή που αντιλήφθηκε ότι η σωτηρία του ήταν κοντά.

Χωρίς να το ξέρει, η Chevron είχε στείλει διασώστες. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, οι Νοτιοαφρικανοί δύτες είχαν βρει μόνο πτώματα. Συγκεκριμένα 10, αφού ο ενδέκατος δεν ανασύρθηκε ποτέ. Πίστευαν ότι ανάλογη τύχη είχε και ο Χάρισον Οκένε, αλλά όταν πλησίασαν τον είδαν να κουνά μανιασμένα τα χέρια του με όσες δυνάμεις του είχαν απομείνει. Αποσβολωμένοι, κινήθηκαν γρήγορα προκειμένου να τον προετοιμάσουν, αφού μετά από 60 ώρες, αν απλά ανέβαινε στην επιφάνεια, ο θάνατος θα ήταν σίγουρος.

Έτσι, αφού του έβαλαν στολή δύτη για να ζεσταθεί, τον έβαλαν σε ένα καταδυτικό κουδούνι και από εκεί σε θάλαμο αποσυμπίεσης στον οποίο έμεινε για 2 μέρες… Όπως λέει, μετά από αυτό το περιστατικό ορκίστηκε ότι δεν θα ξαναπλησίαζε την θάλασσα. Κι όμως… Λίγο καιρό αργότερα άλλαξε γνώμη. Έγινε κι εκείνος δύτης, πήρε μάλιστα το δίπλωμά του από τον άνθρωπο που του έσωσε την ζωή και μάλιστα προσελήφθη από την ίδια εταιρεία, θέλοντας κι εκείνος να κάνει την διαφορά για άλλους…