Ο διαβόητος «Περίανδρος»: Ο «μέγας… πρακτικός» της Χρυσής Αυγής που έθαψε ο Μιχαλολιάκος
Πολιτική

Η απόφαση για τους ναζί της Χρυσής Αυγής έχει ήδη βγει…

Η κοινωνία τους έχει ήδη καταδικάσει, μένει να ακολουθήσει και το δικαστήριο.

Στις 18 Σεπτεμβρίου έκλεισαν εφτά χρόνια από την δολοφονία του Παύλου Φύσσα στο Κερατσίνι από το μαχαίρι του χρυσαυγίτη Ρουπακιά, γεγονός που αναμφίβολα υπήρξε η αφορμή για την δίωξη της Χρυσής Αυγής ως εγκληματική οργάνωση. Στις 20 Απριλίου από την άλλη, συμπληρώθηκαν πέντε γεμάτα χρόνια από την ημέρα της έναρξης της δίκης της ναζιστικής συμμορίας. Το πρωί της 7ης Οκτώβρη είναι ήδη ιστορικό: η πιο πολύκροτη δίκη στη μεταπολιτευτική ιστορία της Ελλάδας τελειώνει.

Είναι δεδομένο πως η σταδιακή άνοδος της Χρυσής Αυγής στα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας, πρώτα με την εκλογή του Μιχαλολιάκου στο δημοτικό συμβούλιο της Αθήνας και στη συνέχεια με την είσοδό της στο κοινοβούλιο, σηματοδότησε μια αναβάθμιση του ναζιστικού φαινομένου στο ελληνικό πολιτικό σκηνικό, που δεν «αναγνώστηκε» με βάση τη βαρύτητα που της αντιστοιχούσε. Πολύ δε περισσότερο, ελάχιστοι ήταν εκείνοι που αντιλήφθηκαν πόσο σημαντική υπήρξε η διαφοροποίηση της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας με την αναβάθμιση αυτή.

Ούτε λίγο ούτε πολύ, το ξεπέταγμα της Χρυσής Αυγής εκλήφθηκε ως μια συνέχεια των κατά καιρών ξεπεταγμάτων παλιών ακροδεξιών μορφωμάτων. Πολλοί ήταν εκείνοι άλλωστε που θεώρησαν πως η τότε εκλογική αποτυχία του ΛΑΟΣ σε συνδυασμό με την κοινοβουλευτική είσοδο της Χρυσής Αυγής δεν σηματοδοτούσε κάποια ουσιαστική διαφορά. Πλέον, μπορούμε να το πούμε: η ελληνική κοινωνία κατάλαβε στο έπακρο τις τρανταχτές διαφορές ανάμεσα στην παραδοσιακή, θεσμική ακροδεξιά και τον ναζισμό. Η ίδια η δίκη, μια διαδικασία που έκανε ξεκάθαρη τις διαφορές ανάμεσα σε ένα τυπικό πολιτικό κόμμα και μια ναζιστική οργάνωση που μόνο για τυπικούς λόγους μεταμορφώνεται σε κόμμα, «εκπαίδευσε» την κοινωνική συλλογική συνείδηση στο τι ακριβώς σηματοδοτεί για μια κοινωνία η άνοδος του ναζισμού.

Η απόφαση για τους ναζί της Χρυσής Αυγής έχει ήδη βγει...

Θα είναι έκπληξη μεγατόνων η ιστορική λήξη της δίκης να συνοδευτεί με αθωωτική απόφαση για την ηγεσία της Χρυσής Αυγής. Αν το 2015, κατά την έναρξη της ιστορικής αυτής διαδικασίας, θεωρούταν δεδομένο πως οι φυσικοί αυτουργοί των εγκλημάτων της ναζιστικής αυτής συμμορίας θα πληρώσουν ποινικά τις πράξεις αλλά κανείς δεν έβαζε το χέρι του στη φωτιά πως τα υψηλόβαθμα στελέχη της θα καταδικαστούν επίσης, πέντε χρόνια μετά μιλάμε για μια ολοκληρωτική αλλαγή σκηνικού. Και αυτό ανεξάρτητα από το αν θα γίνει το αναμενόμενο και τα στελέχη της καταδικαστούν ως μέλη εγκληματικής οργάνωσης ή όχι: ενδεχόμενη αντίθετη απόφαση θα αντιμετωπιστεί από την κοινωνία ως τεράστιο σκάνδαλο, είναι δεδομένο αυτό. Το 2015 αντίθετα ένα τέτοιο σενάριο δεν θα θεωρούταν ακραίο.

Έχουμε με άλλα λόγια να κάνουμε με μια κοινωνική μετατόπιση, με τη σφυρηλάτηση μιας κοινωνικής συνείδησης γύρω όσον αφορά τις αντιλήψεις που η Χρυσή Αυγή επιχείρησε να επιβάλλει στην χώρα. Και αυτή η συνθήκη έχει τροφοδοτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την δίκη. Όμως ταυτόχρονα, την τροφοδοτεί: ακόμα και αν κάποιοι -μάλλον με το δίκιο τους- δεν έχουν ιδιαίτερη πίστη στις διαδικασίες της αστικής δικαιοσύνης, η πίεση της κοινωνίας είναι τόσο έντονη και τόσο πλειοψηφική (και ας συναποτελείται από διάφορα διαφορετικά επιχειρήματα στο εσωτερικό της) που δεν είναι υπερβολή να ειπωθεί πως από την πλευρά της κοινωνίας, η καταδίκη έχει ήδη έρθει για την Χρυσή Αυγή. Και η ποινική της καταδίκη δεν (θα) μπορεί να διαχωριστεί από την κοινωνική.

Η επόμενη μέρα φυσικά εμπεριέχει νέα διακυβεύματα. Η κοινωνική ξενοφοβία δεν είναι μια αμελητέα κοινωνική τάση, ο οργανωτικός φορέας που κάποτε θα φιλοδοξούσε να την εκφράσει δεν θα έχει τα στελέχη του ελεύθερα για την οργανώσει. Όμως αυτό δεν σημαίνει πως ο ρατσισμός θα έχει ηττηθεί, ούτε πως δεν υπάρχουν πολιτικοί φορείς που λιγουρεύονται την εκπροσώπησή του. Η κεντρικότερη και μαζικότερη ναζιστική οργάνωση στην ιστορία της Ελλάδας θα έχει την κατάληξη που της αξίζει αλλά το μπλοκάρισμα του δρόμου για όσους οραματίζονται τα νέα μορφώματα (ενδεχομένως πιο «σοβαρά», πιο «θεσμικά») που θα την αντικαταστήσουν, παραμένει βασική αναγκαιότητα.