Η Ιουλία Καραπατάκη έκανε το ρεμπέτικο να «ανθίσει» ξανά στην Ελλάδα
Πρόσωπα

Η Ιουλία Καραπατάκη έκανε το ρεμπέτικο να «ανθίσει» ξανά στην Ελλάδα

Μια ουσιαστική κουβέντα με τη νεαρή καλλιτέχνιδα για τη μουσική και την πορεία της σε αυτήν.

Όταν ήταν μικρή, περνούσε τα καλοκαίρια της στο Πόρτο Ράφτη με την αδερφή της, τον παππού και τη γιαγιά. Όλοι της οι φίλοι ήταν εκεί. Κάμποσα χρόνια μετά, η Ιουλία Καραπατάκη είναι ακόμα εκείνο το κορίτσι που βουτούσε ξέγνοιαστα στο νερό.

Απλώς τότε δεν φανταζόταν ούτε καν ως παιδικά αφελή σκέψη ότι θα γίνει αυτό που είναι σήμερα: μια από τις ωραιότερες λαϊκές φωνές της χώρας.

Τα τελευταία δύο χρόνια τραγουδάει μαζί με τον Θανάση Παπακωνσταντίνου και κυρίως τον Σωκράτη Μάλαμα. Ήταν μια ανακάλυψη του πρώτου και σίγουρα εμείς ως κοινό του οφείλουμε κι αυτό του Θανασάρα.

Πριν από μερικούς μήνες η Ιουλία Καραπατάκη συμμετείχε σε 5 τραγούδια στον δίσκο Τα Δεύτερα που έκανε ουσιαστικά μαζί με τον Φώτη Σιώτα. Είναι ένας δίσκος που κυκλοφόρησε από το Όγδοο και αγκαλιάστηκε πολύ θερμά, κι αυτό δεν ήταν τυχαίο. Το ρεμπέτικο τραγούδι ζει μια όμορφη περίοδο εσχάτως και η Ιουλία είναι μέρος αυτής της ομορφιάς.

Στην κουβέντα που κάναμε με αφορμή τον δίσκο, η Ιουλία μίλησε για τη σχέση της με τη μουσική, για τα πράγματα που της ήρθαν με μια σχετική ευκολία, για την αίσθηση της σκηνής, για τους αναστοχασμούς της, για τα άσχημα σχόλια στο Youtube που της στέλνει κατά καιρούς η αδερφή της, για τα θετικά σχόλια που τη συγκινούν και για τον έρωτα ως το μεγαλύτερο κίνητρο της ζωής της.

Η Ιουλία Καραπατάκη έκανε το ρεμπέτικο να «ανθίσει» ξανά στην Ελλάδα

«Από τα 18 μου και μετά έπαθα έρωτα τρελό με τα ρεμπέτικα. Ως τότε είχα ακούσει metal, rock, jazz, r’n’b. Ξέρω ότι δεν είναι το πιο σύνηθες μονοπάτι ή το πιο εμπορικό. Αλλά εμένα μου ήρθαν όλα έτσι και μου ήρθαν καλά. Δεν αντιμετώπισα ουσιαστικές δυσκολίες, να ψάχνω σαν τρελή να βρω δουλειά κτλ. Το τηλέφωνο χτυπούσε. Δεν θα ήθελα κιόλας να περάσω φάση τέτοιας δυσκολίας. Απ΄αυτό που βλέπω από τους φίλους μου που την έχουν περάσει ή την περνούν, δεν είναι καθόλου εύκολο. Κι αυτό μπορεί να σε καταρρακώσει, γιατί νιώθεις ότι κάποιος ή κάτι σε αδικεί».

«Νομίζω ότι όλοι μένουν από το έργο που αφήνουν πίσω τους, τουλάχιστον ως προς το ρεμπέτικο. Δεν είναι η μυθοποίηση του άγνωστου παρελθόντος που μου λες. Είναι ότι τα τραγούδια τους μίλησαν μέσα μας και τους συνδέσαμε με το συναίσθημα. Ακόμα κι αν έβγαιναν σήμερα για παράδειγμα, πάλι η ίδια σύνδεση θα γινόταν στα ίδια τραγούδια. Απλώς ίσως έμενε αλλιώτικα ο χαρακτήρας τους στη μνήμη. Τα τραγούδια τους μιλάνε στην ψυχή μας γιατί μιλάνε για μας».

«Από ρεμπέτες δεν μπορώ να σου ξεχωρίσω κάποιον. Μπορώ να σου πω όμως ότι τρελαίνομαι για Νίνα Σιμόν και Έιμι Γουαϊνχάουζ. Άλλωστε το ρεμπέτικο είναι η τζαζ της παλιάς Ελλάδας»

«Για μένα το να τραγουδάω είναι απελευθέρωση, αν και δεν έβαλα ποτέ στόχο να φτάσω σήμερα εδώ που είμαι. Ήθελα να ασχοληθώ με τη μουσική γιατί πήγαινα σε μουσικό σχολείο, αλλά να γίνω τραγουδίστρια και θα ασχοληθώ με τη μουσική με αυτόν τον τρόπο και θα ζω αυτό το φανταστικό να βρίσκομαι με τον Σωκράτη Μάλαμα και τον Θάνο Παπακωνσταντίνου. Είναι και μια μορφή ψυχοθεραπείας να βρίσκομαι μαζί τους πάνω και κάτω από τη σκηνή. Είναι επίσης τρομερό το να κάνεις αυτό που αγαπάς και αυτό να έχει απήχηση στον κόσμο.

Φρόντιζα πάντα να έχω μια χαμηλή ισορροπία στο κεφάλι μου. Εγώ ας έκανα αυτό που αγαπάω κι ό,τι ήταν να έρθει, θα ερχόταν από μόνο του».

«Όταν τραγουδάω έχω πάντοτε εικόνες στο μυαλό μου. Μιλάω στο κοινό, αλλά ταυτόχρονα μιλάω και σε κάτι αόρατο, σε ένα συναίσθημα, σε κάτι περασμένο, σε κάτι μελλοντικό. Άλλωστε, είναι και τέτοια τα τραγούδια που λέω, τόσο σπουδαίων καλλιτεχνών, που έχουν μια μελωδία κι έναν στίχο, ώστε θέλοντας και μη θα οδηγηθείς σε μια συνθήκη να στρέψεις τα μάτια σου μέσα σου, χωρίς να αποκλείεις απ΄αυτό το μέσα σου τους άγνωστους ανθρώπους που είναι στο κοινό.

Θα ήταν άδικο κι αδύνατο ίσως να κλείσεις το κοινό έξω απ΄αυτόν τον συναισθηματικό κόσμο. Το κοινό έχει έρθει για σένα, έχει έρθει να σε ακούσει, είναι απαιτητικό. Και μια από τις απαιτήσεις του είναι να δει την αλήθεια σου και να νιώσει πως το συναίσθημα του τραγουδιού που λες την εκάστοτε στιγμή, το μοιράζεται μαζί σου, γίνεται κομμάτι συλλογικότητας. Ίσως γιατί έτσι πονάει λιγότερο αν είναι επώδυνο και πολλαπλασιάζεται αν είναι ευχάριστο».

«Όποιος εκφράζεται μέσα από την τέχνη, το κάνει γιατί δε μπορεί να εκφράσει με λογική και με άλλο τρόπο τον εαυτό του. Κι η τέχνη δεν είναι λογική, δεν έχει ρασιοναλιστικές καταβολές, δεν προσπαθεί να εξηγήσει. Η τέχνη προσπαθεί να υπενθυμίσει ή να ξαλαφρώσει. Εγώ αν δεν τραγουδούσα, δε θα ήμουν καλά. Ίσως να γίνεται πιο αποστασιοποιημένο για τον καλλιτέχνη το συναίσθημα που αφήνει μέσα στην τέχνη του ή το ακριβώς αντίθετο, την έκανε για να μην το ξεχάσει ποτέ. Για παράδειγμα, μου έχει τύχει να κλάψω με ένα τραγούδι που το τραγουδάω συνέχεια. Υπήρξε όμως μια μόνο φορά που το ένιωσα τόσο πολύ, ήταν τέτοια η συγκυρία, ώστε έκλαψα. Επιδιώκω πολύ να λέω τραγούδια που να μου φέρνουν στο μυαλό και την ψυχή συναισθήματα που έχω ζήσει, ώστε να βγαίνει το τραγούδι από μέσα μου».

«Ο πρώτος δίσκος που θυμάμαι να παίρνω, είναι τα Σύνεργα του Παπάζογλου. Επίσης, έχω τρομερές αναμνήσεις από τα παιδικά μου χρόνια με την Εκδίκηση της Γυφτιάς. Ο εγκέφαλος μου είναι συνδεδεμένος άρρηκτα με όλες τις μελωδίες εκείνης της εποχής της ζωής μου».

«Όταν ζεις για καιρό πάνω σε μια σκηνή με τα φώτα πάνω στο πρόσωπό σου, με όλη αυτή τη μυσταγωγία, με την ένταση, μετά σου βγαίνει ασυνείδητα μια τάση να μη θες να δεις άνθρωπο, να θες να μείνεις μόνη σου για λίγο. Έχω περάσει κι εγώ την περίοδο μου που αποζητούσα τη μοναξιά. Σε τέτοιες στιγμές συνήθως δεν σκέφτεσαι τίποτα, θες να χαζέψεις. Θα προκύψουν σαφώς στιγμές που θα αναρωτηθείς για πράγματα, όμως νομίζω πως τουλάχιστον για μένα, τέτοιες φάσεις χαρακτηρίζονται από κενό.

Αν με ρωτάς τι μπορεί να σκέφτομαι εκείνες τις φορές, θα σου έλεγα ότι, όπως σε κάθε άνθρωπο, περνάνε διάφορες σκέψεις. Η πιο έντονη είναι αναμφίβολα το τέρμα της διαδρομής, είτε αυτό λέγεται θάνατος είτε λέγεται γήρας και ανημπόρια. Ποιος είναι άλλωστε συμφιλιωμένος με αυτά τα δύο; Κανείς. Δεν τα έχω καλά κι εγώ. Πιστεύω ότι όσο περνάει ο καιρός, το έχω στο μυαλό μου όλο και πιο έντονα. Φαντάζομαι ότι θα συμβεί αυτό που συμβαίνει σε όλους, οικειοποιείσαι δηλαδή την κάθε στιγμή όταν τη ζεις κι όχι όταν υποθέτεις πως θα είναι όταν τη ζήσεις στο μακρύ μέλλον. Νομίζω πως για να φτάσεις να τα αποδεχτείς όλα, πρέπει να έχεις ζήσει μια ωραία νέα ζωή».

«Έρωτας κι ηρεμία. Αυτές οι δύο είναι οι λέξεις που θα έμπαιναν ως τίτλος στη ζωή μου ως τώρα. Ο έρωτας είναι πάντα κίνητρο. Σε θέτει σε τέτοια ψυχική ανάταση ώστε να κινείσαι διαρκώς και με ταχύτητα. Ιδίως όταν υπάρχει ανταπόκριση».

Η Ιουλία Καραπατάκη έκανε το ρεμπέτικο να «ανθίσει» ξανά στην Ελλάδα

«Οι λάθος αποφάσεις είναι από τα πιο σημαντικά πράγματα στη ζωή μου και στη ζωή κάθε ανθρώπου. Γιατί αν δεν πάρεις λάθος αποφάσεις, δεν θα φτάσεις ποτέ στο σημείο να πάρεις τις σωστές αποφάσεις. Θέλω νω πω ότι τα λάθη μας μας διδάσκουν. Αυτά που μετανιώνουμε και δεν θέλουμε να ξανακάνουμε, είναι αυτά που μας εξελίσσουν. Κάποια στιγμή μαθαίνουμε και πως το να μετράμε συνεχώς τον εαυτό μας δεν βοηθάει κάπου, το να κάθεσαι δηλαδή και να λες “αυτό το έκανα σωστά, αυτό λάθος”. Άσε που το λάθος είναι και κάτι που σου εμφανίζεται με την αποστασιοποίηση, χρονική και ψυχολογική. Δεν εμφανίζεται ποτέ τη στιγμή που το κάνεις. Θέλει το χρόνο του για να εμφανιστεί. Άρα εκ των πραγμάτων δεν μπορείς να το σβήσεις. Μπορείς όμως να μάθεις απ΄αυτό».

«Δεν θέλω να κοιτάζω μακρινά όνειρα και στόχους, γιατί αν κάτι δε συμβεί, φοβάμαι την πτώση. Βέβαια, το να βάζεις κάτι στο μυαλό σου, σημαίνει πως θα προσπαθείς γι΄αυτό, οπότε κερδισμένος θα είσαι. Σίγουρα κάνω όνειρα, αλλά τα έχω πάντα σε λογικά πλαίσια, δεν σκέφτομαι τρέλες. Όπως είπα και στην αρχή, μου ήρθαν όλα ομαλά, δεν τα πίεσα, δεν τα εξώθησα πριν την ώρα τους».

* Ο δίσκος Τα Δεύτερα κυκλοφορεί από την Όγδοο Music και μπορείς να τον ακούσεις και στο κανάλι στο Youtube.

** Η Ιουλία Καραπατάκη εμφανίζεται κάθε Σάββατο στην Ακτή Πειραιώς στο πλευρό του Σωκράτη Μάλαμα.