Sebastian Meise
Βρείτε μας στο
Πρόσωπα

Ο Sebastian Meise και η «Μεγάλη Ελευθερία» του μπορούν να υπάρξουν ακόμα και στις πιο σκοτεινές φυλακές

Σε ηλικία 46 ετών ο Βιεννέζος σκηνοθέτης παρουσίασε τη δεύτερη ταινία του στις Νύχτες Πρεμιέρας

Ο Hans και ο Viktor γνωρίζονται στις φυλακές της Γερμανίας μετά τον Β΄Παγκόσμιο. Ο ένας έχει φυλακιστεί για φόνο. Ο δεύτερος γιατί… είναι γκέι. Ο Sebastian Meise χώνει σε έναν μικρό χώρο, ένα κελί, δύο συγκρουσιακά στοιχεία και τα ειρηνοποιεί.

Στη μεταπολεμική Γερμανία, στην εποχή του Σιδηρού Παραπετάσματος, οι γκέι ήταν γνωστοί ως 175άρηδες. Αυτό ήταν το άρθρο του ποινικού κώδικα που τους έβαζε στη φυλακή και γραφόταν έξω από το κελί τους.

Ο Hans πέρασε 25 χρόνια στη φυλακή γι΄αυτό. Ο Viktor, που στην αρχή τον αντιπαθούσε, πέρασε εν καιρώ και με όλα όσα σημαίνει η φυλακή, στην αντίπερα όχθη και έγιναν ο ένας σύντροφος του άλλου. Στο ίδιο κελί, εναρμονισμένοι με το ότι δε θα αποφυλακιστούν ποτέ, αποδέχονταν πια όσα τους έφερνε η ζωή.

Ο Sebastian Meise αποτυπώνει μια ακόμα σκληρή πλευρά του παρελθόντος. Και στο πλαίσιο της προβολής της ταινίας του στις Νύχτες Πρεμιέρας, εξηγεί τι θέλησε να κάνει με αυτή την αφήγηση.

– Εμείς ως θεατές βλέπουμε μόνο το δέντρο μιας ταινίας, μιας παραγωγής. Δεν έχουμε επαφή με την προπαραγωγή, την παραγωγή και την μετα-παραγωγή. Θα ήθελα να μου πείτε πόσο καιρό δουλεύετε πάνω σε αυτή την ιδέα;

Συνολικά τη φτιάχνουμε 6 χρόνια τώρα. Υπήρξε η πανδημια που καθυστέρησε μισό χρόνο την παραγωγή κι αυτό έκανε ακόμα πιο όμορφο το ότι καταφέραμε να την ολοκληρώσουμε. Χάσαμε πολλά λεφτά εξαιτίας αυτής της κατάστασης, ευτυχώς όμως στην Αυστρία στηρίζουν την παραγωγή τους και την επένδυση τους.

– Σε αυτό το διάστημα, νιώσατε ποτέ ότι μπορεί να χάσετε τη στόχευση σας ως προς αυτό που επιδιώκατε με το Great Freedom;

Όχι. Το αντίθετο, θα έλεγα. Μας έδωσε χρόνο η διακοπή της πανδημίας να δουλέψουμε περισσότερο κάποια πράγματα. Είχαμε παραπάνω χρόνο για το μοντάζ, να διορθώσουμε ορισμένα πράγματα.

– Πώς αλλάζει η πρόσληψη της ταινίας για εσάς από τη διαδικασία στον γυρισμάτων ως την ολοκληρωμένη προβολή της στον κινηματογράφο;

Είναι πολύ δύσκολο να το πω και να το διαχωρίσω. Είδα την ταινία πρώτη φορά στις Κάννες και από τότε την έχω δει αρκετές φορές ακόμα. Ως σκηνοθέτης την βλέπω και στο μοντάζ και στο τελικό editing, οπότε από ένα σημείο και μετά δεν θες να δεις ξανά την ταινία σου.

Βλέπω την πρώτη φορά κάπως πιο ήρεμος, όμως μετά – τουλάχιστον έτσι ισχύει σε μένα – έχω ένα ανάμεικτο συναίσθημα. Από τη μία νιώθω περήφανος για κάποια πράγματα κι από την άλλη βλέπω λάθη και σκέφτομαι «την επόμενη φορά θα τα πάω καλύτερα».

– Είστε σκληρός με τον εαυτό σας;

Πάντοτε, ναι. Όμως αυτή τη φορά, προς έκπληξη μου, μου άρεσε πολύ η ταινία μου γιατί η ιστορία της με ακουμπάει συναισθηματικά. Αυτό είναι πολύ σημαντικό για μένα.

– Ποιος είναι ο στόχος σας όταν κάνετε μια ταινία; Να βρείτε ανθρώπους που να ταυτίζονται με το στόρι της; Ή απλώς να εκφράσετε μια δική σας ανάγκη;

Ξεκινάει ως κάτι το πολύ προσωπικό, αλλά κάθε ταινία θέλει κάπου να απευθυνθεί, ειδάλλως δεν είναι ταινία, αλλά ημερολόγιο. Δεν αρνούμαι λοιπόν ότι πάντοτε θέλω να δω τι σκέφτονται άλλοι άνθρωποι, να προσεγγίσω το μυαλό τους. Στο τέλος της ημέρας όμως, οι περισσότερες αποφάσεις που παίρνεις ως σκηνοθέτης, προέρχονται από ένα συναίσθημα, από ένα ένστικτο, θα έλεγα. Όσο και να το αναλύεις, πάλι δε θα σου μοιάζει σωστό, γι΄αυτό ακούς αυτή τη μικρή φωνή μέσα σου που είναι πιο αποφασιστική.

– Στην ταινία Great Freedom βλέπουμε μια αντιστροφή της σειράς των γεγονότων. Βλέπουμε δηλαδή στο αφηγηματικό παρόν τον Hans να μπαίνει τόσο ήρεμος και δίχως αντίδραση στο κελί απομόνωσης και μεταπηδάμε 20 χρόνια πίσω, όταν είχε πρωτομπεί. Τότε ήταν άγριος και προσπάθησε να φύγει. Αυτό ήταν κάτι που το θέλατε εξ αρχής ή προέκυψε στην πορεία των γυρισμάτων;

Όχι, ήταν εξ αρχής η πρόθεση μου. Το είχα γράψει και στο σενάριο. Παρόλα αυτά, είχαμε προβλήματα με το editing γιατί είναι ένα ζήτημα ρυθμού, πρέπει να νιώσεις ότι κάτι είναι διαφορετικό. Γι΄αυτό έχουμε και μια διαφορετική μουσική, διαφορετική εικόνα και λήψη. Είναι κάτι δύσκολο να το περιγράψω, αλλά δεν ήταν καθόλου εύκολο να το κάνουμε edit. Φαινόταν πιο εύκολο στο μυαλό μου όταν το έγραφα.

– Έχετε δηλώσει ότι δεν είχατε σκοπό να κάνετε μια ταινία με πολιτική χροιά. Ποιος ήταν ο σκοπός του Great Freedom;

Αυτό που εννοούσα με τη λέξη «political», ήταν ότι δεν πρόκειται για μια ταινία που εξυπηρετεί μια ατζέντα. Είναι μια ιστορία βασισμένη σε αληθινά γεγονότα. Φυσικά, δε μπορώ να παραγνωρίσω ότι είναι ένα θέμα με πολιτική χροιά.

Για μένα ο στόχος ήταν να κάνω την ταινία οικουμενική, να ξεφύγει από το LGBTQ, να την αισθανθεί και κάποιος που δεν ανήκει εκεί. Αυτή η ιστορία εκτυλίσσεται σε αυτό το μέρος, είναι μοναδική, αλλά οι μηχανισμοί της καταπίεσης, δεν διαφέρουν πάνω κάτω από άλλες περιπτώσεις.

Ο Sebastian Meise και η «Μεγάλη Ελευθερία» του μπορούν να υπάρξουν ακόμα και στις πιο σκοτεινές φυλακές

– Εγώ μετέφρασα το φιλμ σας πάνω σε δύο άξονες: τον πόνο και την ελευθερία. Ας εστιάσουμε στο πρώτο. Ως σκηνοθέτης καλείστε να βάλετε στο μυαλό σας τα συναισθήματα όλων των χαρακτήρων. Είναι μια πιο επώδυνη διαδικασία για τον σκηνοθέτη, σε σχέση με τον ηθοποιό που καλείται να ενσωματώσει μέσα του τον ρόλο του;

Δεν θα το έλεγα. Για μένα είναι πιο εύκολο. Άλλωστε, δουλεύουμε πάντοτε μαζί με τους ηθοποιούς και προσφέρουν τόσα πολλά σε αυτή τη διαδικασία. Ειδικά ο Franz (Hans) και ο Georg (Viktor), όλοι οι ηθοποιοί μαζί, αυτοί πρέπει να ερμηνεύσουν, όχι εγώ. Δουλεύουμε μαζί και βρίσκουμε τον τρόπο να εκφράσουμε ό,τι νιώθουν αυτοί, ό,τι νιώθω εγώ και αυτά να τα συνδυάσουμε.

– Ως προς την ελευθερία, αυτή την υπέρτατη αξία, ένας καλλιτέχνης νιώθει ποτέ ελεύθερος; Ή είναι διαρκώς δέσμιος του εαυτού του;

Ναι. Μάλλον. Αλλά αυτό δεν ισχύει για όλους τους ανθρώπους; Όλοι έχουμε περιορισμούς. Αυτή είναι η ζωή για όλους. Για να απαντήσω σε αυτό που με ρωτάς, δε θα έλεγα ότι νιώθω δέσμιος, με την έννοια της εσωτερικής ανάγκης, του να με κατατρώει δηλαδή κάτι.

Από την πρώτη ως τη δεύτερη ταινία μου πέρασαν 10 χρόνια. Μου αρέσει απλώς να κάνω ταινίες. Και υπάρχουν τόσες καλές ταινίες, ώστε δε νιώθω την ανάγκη να κάνω μια ταινία που δε θα είναι καλή. Υπ΄αυτή την έννοια, ίσως να έχω μια πνευματική αιχμαλωσία.

– Υπάρχει κάποια άλλη μορφή τέχνης που θα θέλατε να ακολουθήσετε;

Μικρός ήθελα να γίνω μουσικός. Πιο μετά ήθελα να γίνω ζωγράφος. Τελικά, οι ικανότητες μου δεν ήταν επαρκείς για κάποιο από τα δύο κι έγινα σκηνοθέτης ελπίζοντας πως θα μπορέσω να τα συνδυάσω αυτά τα δύο. Όταν άρχισα να σπουδάζω για τον κινηματογράφο, κατάλαβα ότι και η μουσική και η ζωγραφική, σχετίζονται με το φιλμ. Η ιστορία, οι ηθοποιοί, υποστηρίζουν αυτή τη διαδικασία. Αυτό που είμαι σήμερα προέκυψε. Τυχαίνει να κάνω ταινίες και είμαι ευγνώμων που το μπορώ. Δεν ορίζει αυτό όμως τη ζωή μου. Αγαπώ το σινεμά. Αυτό είναι το κινητρό μου.

– Είστε ευτυχής; Υπάρχει για εσάς η ευτυχία;

Νομίζω ότι υπάρχει. Δεν το λέω με βεβαιότητα, αλλά έτσι το νιώθω. Αισθάνομαι χαρούμενος για όσα έχω καταφέρει και με έφεραν ως εδώ.